15 Ιουνίου 2012

Πάρσιφαλ - α μέρος

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ΠΑΡΣΙΦΑΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ΟΙ ΙΠΠΟΤΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΚΡΙΑΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ΤΟ ΔΙΣΚΟΠΟΤΗΡΟ ΚΑΙ Η ΛΟΓΧΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 ΚΛΙΓΚΣΟΡ, Ο ΜΑΥΡΟΣ ΜΑΓΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 ΑΜΦΟΡΤΑΣ, Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΓΚΡΙΑΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 Η ΑΓΡΙΑ ΑΜΑΖΟΝΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 Ο ΑΓΝΟΣ ΑΘΩΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 Ο ΓΙΟΣ ΤΗΣ ΧΕΖΕΡΛΕΪΝΤΕ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΥΝΤΡΙ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 Ο ΥΜΝΟΣ ΤΟΥ ΓΚΡΙΑΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11 ΤΟ ΑΓΙΟ ΛΕΙΨΑΝΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12 BAYREUTH

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13 Ο ΥΔΡΑΡΓΥΡΟΣ ΤΗΣ ΜΥΣΤΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14 Η ΘΑΥΜΑΣΙΑ ΣΒΑΣΤΙΚΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15 Η ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Πυκνά δάση σκέπαζαν το ιερό βουνό (το Μονσαλβάτ) στα βό­ρεια της βησιγοτθικής Ισπανίας. Εκεί υψωνόταν το κάστρο του Γκριάλ, ένα κάστρο που ήταν επίσης και ναός. Το θαύμα είχε πραγματοποιηθεί πριν από πολλά χρόνια, όταν οι μουσουλμάνοι άπιστοι κυριαρχούσαν στην γη.

Ήταν τότε που συνέβη εκείνο. Μια λεγεώνα αγγέλων κατέ­βηκε από τον Ουρανό και ενέπνευσε τον Τιτουρέλ, τον ευσεβή ήρωα. Οι άγγελοι έφεραν το ιερό δισκοπότηρο, την σεβάσμια Άγια Κούπα στην οποία ο ίδιος ο Θεός εναπόθεσε το ίδιο του το αίμα, και έφε­ραν (επιπλέον) την λόγχη που είχε διαπεράσει το πλευρό Του. Αυ­τές οι μαρτυρίες του σεβάσμιου θαύματος παραδόθηκαν στον Τι­τουρέλ, ο οποίος έχτισε έναν ναό για να τα φυλάξει: τον ναό του Γκριάλ. Όλοι οι ιππότες που παρουσιάζονταν εκεί ελεύθε­ροι από αμαρτίες γίνονταν δεκτοί για να χρησιμεύσουν σαν φύλα­κες των θεϊκών θησαυρών. Και αυτοί που αφιερώνονταν σε αυτήν την αποστολή ενδυναμώνονταν από το Γκριάλ.

Στην κοιλάδα όπου απλωνόταν η ηδονική και γόνιμη γη των μουσουλμάνων, ζούσε ο Κλίνγκσορ ο οποίος (αφού διέπραξε ένα τρομερό αμάρτημα) αποφάσισε να εξαγνιστεί. Βλέποντας ότι δεν είχε δυνάμεις για να πολεμήσει το κακό, κατευθύνθηκε προς τον ιερό ναό ζητώντας να πάρει μέρος στους άγιους ιππότες που φύλα­γαν τα θεϊκά κειμήλια. Πλην όμως ο Τιτουρέλ απέρριψε την αί­τησή του περιφρονητικά. Μόνο όσοι έφταναν στο Γκριάλ χωρίς να γνω­ρίζουν αμαρτία ήταν άξιοι να ενωθούν με τους ιππότες που φύ­λα­γαν τον θεϊκό θησαυρό.

Τότε ο θυμός κυρίευσε το πνεύμα του Κλίνγκσορ και τον οδή­γησε στον δρόμο της μαγείας. Επικαλέστηκε τις δαιμονικές δυ­νά­μεις και κατάφερε να μετατρέψει τους άγονους κάμπους σε έναν ηδονικό κήπο, όπου διαβολικές και όμορφες γυναίκες περίμεναν τους ιππότες του Γκριάλ για να τους βάλουν σε πειρασμό με άγριες απολαύσεις. Όποιος υπέκυπτε, τον εγκατέλειπε η χάρη του Γκριάλ και έμενε στην κυριαρχία του Κλίνγκσορ.

Στο τέλος ο Τιτουρέλ μια μέρα, κουρασμένος πια από το βά­ρος των χρόνων, παραχώρησε την κυριότητα του Γκριάλ στον γιο του Αμφόρτα.

Ο θαρραλέος Αμφόρτας επεδίωκε να ελευθερώσει, με οποιον­δήποτε τρόπο, το Γκριάλ από την διαβολική γοητεία του Κλίν­γκσορ, στον οποίο τόσοι ιππότες είχαν υποκύψει. Ο Αμφόρτας ήταν ατρόμητος. Κάποια μέρα πήρε την θαυμάσια λόγχη, το όπλο του Θεού, και βγήκε στον δρόμο. Πίστευε ότι μπορούσε να εμπο­δίσει την εξουσία του μάγου, αλλά η καταστροφή του δεν άργησε να τον βρει. Στα περίχωρα του κάστρου έπεσε στην γοητεία μιας διαβολι­κής γυναίκας. Μέθυσε ανάμεσα στα μπράτσα της και ανοί­γοντας το χέρι η ιερή λόγχη έπεσε στο πάτωμα.

Μια θανάσιμη κραυγή ακούστηκε στο δάσος. Την ιερή λόγχη, το όπλο του Θεού, την κρατούσε ένα ανάξιο και αχρείο χέρι: το χέρι του Κλίνγκσορ. Με την άγια λόγχη ο μάγος πλήγωσε στο στή­θος τον Αμφόρτα. Όταν οι ιππότες του Γκριάλ τον έπαιρ­ναν ακου­γόταν ακόμα ανάμεσα στα δέντρα του δάσους το γέλιο του Κλίν­γκσορ, που είχε αρπάξει το άγιο όπλο και είχε αφήσει στο στήθος του Αμφόρτα μια τρομερή πληγή που δεν επουλωνόταν.

Από τότε η λόγχη ήταν πάντα στην κατοχή του Κλίνγκσορ, που ήλπιζε να αποκτήσει κάποια μέρα το Γκριάλ.. Εν τω μεταξύ, στον ναό, ο Αμφόρτας ξαπλωμένος μπροστά στο Θεϊκό δισκοπό­τηρο και περιτριγυρισμένος από τους ιππότες ικέτευε με διακαείς επι­κλήσεις για ένα ελπιδοφόρο σημάδι. Συχνά ένα θεϊκό φως ξεπε­τιό­ταν από το Γκριάλ και σε ένα ουράνιο όραμα προφέρονταν αυ­τές οι λέξεις σαν ένα γλυκό προμήνυμα:

«Η προσευχή επιστρέφει δίκαια στο αγνό και απλό πνεύμα. Να περι­μένετε εκείνον που εγώ έχω επιλέξει».

* * *

Μόνο ένα πράγμα αλάφραινε τον πόνο της πληγής που δεν έκλεινε ποτέ: το μπάνιο στα ιερά νερά της λίμνης που υπήρχε κο­ντά στα τείχη του κάστρου του Γκριάλ.

Μία από τις τόσες μέρες πήγαιναν με ένα φορείο τον Αμ­φόρτα στην όχθη της λίμνης. Ξημέρωνε. Ο Γκουρνεμάνζ, ένας από τους ιππότες του Γκριάλ, μαζί με τους υπηρέτες, είχε αναλάβει την φρούρηση όλη την νύχτα στην όχθη του ποταμού. Βλέποντας να πλησιάζει το φορείο, προχώρησε ένα βήμα προς αυτούς που έρχο­νταν και είπε:

-Γεια! Πως είναι ο Αμφόρτας σήμερα; Μήπως τα βότανα που του έφεραν μαλάκωσαν το κακό;

Ένα από τους ιππότες της ακολουθίας απάντησε:

-Πως μπορείς να υποθέτεις κάτι τέτοιο, εσύ που όλα τα ξέρεις; Ο πόνος του έχει γίνει ακόμα πιο σκληρός και δυνατός. Ωχρός από την συνεχή αϋπνία διέταξε σήμερα το πρωί να τον πάμε στην λίμνη για μπάνιο.

Ο Γκουρνεμάνζ αναστέναξε θλιμμένα.

-Είμαστε τρελοί αν νομίζουμε ότι μπορούμε να τον ανακουφί­σουμε. Ανακουφίζεται μόνο όποιος γιατρεύεται. Τίποτε δεν αξίζουν τα βότανα ούτε τα αφεψήματα, τίποτε δεν μπορεί να τον καταπραΰ­νει.

Αλλά ο Γκουρνεμάνζ πρόσθεσε για τον εαυτό του:

-Νομίζω ότι υπάρχει ένα φάρμακο… Και είναι το μόνο

-Μπορείς να μας πεις ποιο είναι; ρώτησε ένας από τους ιππό­τες της ακολουθίας που είχε ακούσει τα τελευταία λόγια του.

-Γρήγορα! Στο νερό! είπε ο Γκουρνεμάνζ αποφεύγοντας να δώ­σει απάντηση.

Εκείνη την στιγμή ένας από τους υπηρέτες έδειξε ένα μέρος του δάσους και φώναξε:

-Κοιτάξτε!

Μια παράξενη φιγούρα είχε μόλις εμφανιστεί ανάμεσα στα δέ­ντρα: μια γυναίκα με άγρια εμφάνιση, ντυμένη με δέρματα ζώων. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της ήταν αχτένιστα και μια ζώνη από φίδι ήταν γύρω στην μέση της. Στο αναψοκοκκινισμένο της πρόσωπο έλαμπαν δυο μαύρα και διεισδυτικά μάτια, που την μια στιγμή εξα­πέλυαν κε­ραυνούς και την άλλη φαίνονταν ακίνητα και ξέπνοα.

-Α, είναι η Κούντρι, αναφώνησε ο Γκουρνεμάνζ μόλις την ανα­γνώρισε.

-Μας φέρνει καλά νέα; ρώτησε ένας από τους υπηρέτες.

Η Κούντρι πλησίασε τον Γκουρνεμάνζ και του έδωσε ένα κλει­στό μπουκάλι.

-Πάρτο, ψιθύρισε, βάλσαμο

-Από πού προέρχεται αυτό το φάρμακο; ρώτησε ο Γκουρνε­μάνζ.

-Από μια χώρα που βρίσκεται πολύ πιο μακριά από ότι μπο­ρείς να φανταστείς. Αν δεν έχει αποτελέσματα αυτό, η Αραβία δεν έχει πια τίποτε άλλο για την ανακούφισή του. Αλλά μην με ρωτάς άλλο… Εί­μαι κουρασμένη!

Η Κούντρι έπεσε στο χώμα σαν πληγωμένο ζώο και ο Γκουρ­νε­μάνζ προχώρησε μέχρι το φορείο που ξεκουραζόταν ο δυστυχι­σμέ­νος Αμφόρτας.

-Θέλεις να δοκιμάσεις το φάρμακο που σου προσφέρω;

-Από πού προέρχεται αυτό το παράξενο μπουκάλι; ρώτησε ο πλη­γωμένος.

-Το έχουν φέρει από την Αραβία ειδικά για σένα.

-Και ποιος το έφερε; ρώτησε πάλι ο Αμφόρτας.

-Εκείνη η γυναίκα που είναι πεσμένη στην γη, είπε ο Γκουρνε­μάνζ, Έ Κούντρι! θέλεις να έλθεις;

Η Κούντρι συνέχιζε να μένει ξαπλωμένη στα χορτάρια. Έμοιαζε να μην καταλαβαίνει ότι την φώναζαν. Τότε, ακούγοντας το όνομα της γυναίκας, ο Αμφόρτας ανασηκώθηκε ελαφρά στο φο­ρείο του υποβασταζόμενος από έναν από τους υπηρέτες.

-Εσύ είσαι Κούντρι; είπε. Σε εσένα χρωστάω πάλι αυτές τις φρο­ντίδες; Τότε καλά: θα το δοκιμάσω αυτό το βάλσαμο, ακόμη και αν είναι μόνο για να σε ευχαριστήσω για την πίστη σου.

Ακούγοντας αυτά τα λόγια, η Κούντρι άρχισε να φωνάζει, στρι­φογυρίζοντας στο έδαφος μέσα σε τρομερούς σπασμούς.

-Όχι, όχι! Σε τίποτα δεν χρησιμεύει! Αυτό έλειπε! Πήγαινε! Πή­γαινε στο νερό!

Ο Αμφόρτας την κοίταξε ευχαριστημένος και έδωσε διαταγή να ξεκινήσουν. Οι υπηρέτες ξανασήκωσαν το φορείο και κατευθύν­θηκαν προς την λίμνη, συνοδευόμενοι από την ακολουθία των ιπ­ποτών. Ο Γκουρνεμάνζ τους ακολούθησε με το βλέμμα και ανα-στέ­ναξε λυπημένος.

Ένας από τους υπηρέτες είχε μείνει με τον Γκουρνεμάνζ. Πα­ρα­τηρούσε, έκπληκτος, τους παράξενους σπασμούς της Κούντρι και βλέποντας ότι έμεινε ακίνητη της είπε:

-Έ! Τι κάνεις; Γιατί σέρνεσαι;

Η Κούντρι δεν απαντούσε. Έμοιαζε να μην ακούει τίποτε. Ο άλλος υπηρέτης γύρισε προς τον σύντροφό του και είπε:

-Φοβάμαι, ότι με τις μαγείες της, αυτή η γυναίκα θα καταφέρει να χαθεί ο Αμφόρτας για πάντα.

Ο Γκουρνεμάνζ, που κρατούσε σιωπή, σήκωσε το κεφάλι και κάρφωσε τους δύο άνδρες με το λυπημένο του βλέμμα.

-Μήπως σας έβλαψε ποτέ; ρώτησε, είναι ή δεν είναι αυτή που φέρνει νέα από μακρινές χώρες, όπου μάχονται οι δικοί μας, από τόσο απόμακρες χώρες που αγνοούμε ακόμα και που βρίσκονται; Μήπως δεν είναι αυτή που με αιώνια πίστη και συνεχή τύχη μας φέρ­νει κάθε είδους μηνύματα; Της έχετε ζητήσει ποτέ ψωμί ή σας έχει ζητήσει εκείνη; Τίποτα δεν την δένει μαζί μας. Παρ’ όλα αυτά, όταν βρισκόμαστε σε κίνδυνο, πηγαίνει και έρχεται όλο λαχτάρα, χωρίς ποτέ να περιμένει τις ευχαριστίες μας. Νομίζω ότι αν η συ­μπεριφορά της μας προσβάλλει, μας προσφέρει, παρ’ όλα αυτά, με­γάλα κέρδη.

-Ναι αλλά μας μισεί, είπε ένας από τους υπηρέτες, κοίτα πως μας κοιτάζει με μάτια γεμάτα περιφρόνηση.

-Νομίζω ότι είναι ειδωλολάτρισσα και ίσως επιπλέον να είναι μά­γισσα, είπε ο άλλος υπηρέτης.

Ο Γκουρνεμάνζ κούνησε το κεφάλι.

-Ναι, ίσως να είναι καταραμένη. Τώρα ζει εδώ, αλλά ποιος ξέ­ρει αν εξιλεώνεται για εγκλήματα που έχει κάνει σε άλλη ζωή;

Και γυρνώντας το βλέμμα προς την γυναίκα, που συνέχιζε να είναι πεσμένη στο χώμα, πρόσθεσε:

-Την γνωρίζω εδώ και καιρό. Και ο Τιτουρέλ την ήξερε πριν να έρθω εδώ. Όταν κτιζόταν το κάστρο για να φυλαχτούν οι θεϊκοί θη­σαυροί, την βρήκε μέσα σε μερικούς θάμνους. Όπως μου είχε πει ήταν ακίνητη σαν νεκρή. Εγώ ο ίδιος την βρήκα κατά τον ίδιο τρόπο όπως τώρα την καταραμένη μέρα που ο Κλίνγκσορ απόκτησε την ιερή λόγχη με την οποία πλήγωσε τον Αμφόρτα.

Έ! Με ακούς; φώναξε απευθυνόμενος στην Κούντρι. Πες μου, που ήσουν όταν ο Αμφόρτας έχασε το ιερό όπλο; Γιατί δεν θέ­λησες να μας βοηθήσεις σε εκείνες τις περιστάσεις;

Η Κούντρι συνέχιζε να μένει σιωπηλή και ξέπνοη, σαν να μην είχε ακούσει την ερώτηση. Ξαφνικά πετάχτηκε πάνω με ένα πή­δημα και φώναξε μπροστά στο πρόσωπο του Γκουρνεμάνζ:

-Ποτέ δεν σας έχω βοηθήσει!

Ακούγοντας την φωνή της Κούντρι, ένας από τους υπηρέτες εκτόξευσε ένα στεντόρειο γέλιο και με σαρκαστικό τόνο είπε:

-Αφού είναι τόσο γενναία και τόσο πιστή, γιατί δεν την στέλ­νεις να βρει την λόγχη;

Ο Γκουρνεμάνζ κούνησε το σεβάσμιο κεφάλι του που είχε γκρι­ζάρει από τα χρόνια και ψιθύρισε:

-Όχι, δεν είναι δυνατόν! Ω θαυμάσια λόγχη, όπλο του Θεού! Σε έχω δει να σε κραδαίνει ανάξιο χέρι και τώρα δεν μας μένει άλλη ελ­πίδα από το γλυκό προμήνυμα που δόθηκε στον Αμφόρτα μετά την συμφορά: «Η προσευχή επιστρέφει δίκαια στο αγνό και απλό πνεύμα. Να περιμένετε εκείνον τον οποίο εγώ έχω επιλέξει».

-Η προσευχή επιστρέφει δίκαια στο αγνό και απλό πνεύμα… επανέλαβε σαν ηχώ ένας από τους υπηρέτες.

Εκείνη την στιγμή ακούστηκαν φωνές που έρχονταν από την λίμνη που είχαν πάει τον Αμφόρτα. Ο Γκουρνεμάνζ και οι σύντρο­φοί του κοιτάχτηκαν γεμάτοι αγωνία. Ένας άγριος κύκνος, με ένα βέλος βυθισμένο στο στήθος, έπεσε στα πόδια του Γκουρνεμάνζ. Στις επιθανάτιες στιγμές της αγωνίας του τίναζε με απελπισία τα κατακόκκινα από το αίμα φτερά του. Από την λίμνη έφτασαν τρέ­χοντας οι ιππότες της ακολουθίας του Αμφόρτα. Ένας από αυτούς γονάτισε και τράβηξε το βέλος από το στήθος του κύκνου. Τα φτερά είχαν πάψει να τινάζονται, ο κύκνος ήταν νεκρός.

-Ποιος τον πλήγωσε; ρώτησε ο Γκουρνεμάνζ.

Όλα είχαν εξελιχθεί με μια τρομερή ταχύτητα. Αλλά σε εκείνα τα σύντομα λεπτά, ο θάνατος του κύκνου είχε εξαφανίσει την μεγα­λειώδη ειρήνη που βασίλευε στο δάσος. Μια ατμόσφαιρα έντασης και αγωνίας κυριαρχούσε στο περιβάλλον.

Ένας από τους ιππότες που ήρθαν από την λίμνη απάντησε στις ερωτήσεις του Γκουρνεμάνζ:

-Κοιτούσαμε τον κύκνο να πετά πάνω από τα νερά της λίμνης, ήταν ένα ωραιότατο θέαμα. Ο Αμφόρτας το χαρακτήρισε σαν ένα ευ­νοϊκό προμήνυμα ελπίδας. Αλλά, ξαφνικά, ένα βέλος

Αυτός που μιλούσε διακόπηκε από την άφιξη των άλλων ιπ­πο­τών που είχαν συλλάβει έναν όμορφο νέο ντυμένο με ένα τομάρι αρκούδας, με ένα τόξο στο χέρι και μια φαρέτρα γεμάτη βέλη, κρε­μασμένη στο πλευρό του, ίδια με αυτό που είχε πληγώσει τον κύ­κνο.

-Αυτός ήταν! φώναξαν μερικοί από αυτούς που ήταν μαζεμέ­νοι εκεί.

-Το ότι ήταν αυτός, είπε ένας από τους ιππότες, το αποδεικνύ­ουν αυτό το τόξο και αυτό το βέλος, που πλήγωσε τον κύκνο, το οποίο είναι ίδιο με τα δικά του.

-Εσύ είσαι αυτός που σκότωσε τον κύκνο; ρώτησε ο Γκουρνε­μάνζ.

Ο νέος έμοιαζε αδιάφορος για όλα όσα συνέβαιναν γύρω του. Τα μάτια του, διάφανα σαν το νερό, δεν έδειχναν την παραμικρή ενοχή και έλαμψαν στο άκουσμα της ερώτησης του Γκουρνεμάνζ.

-Ναι, εγώ ήμουν! απάντησε, όλα τα χτυπώ στο πέταγμα.

-Εσύ ήσουν; Δεν ανησυχείς για την κακή σου πράξη; είπε ο Γκουρνεμάνζ. Πως τόλμησες να τον σκοτώσεις σε αυτό το ιερό δά­σος όπου γύρω σου υπάρχει μόνο ειρήνη; Μήπως δεν ήταν ήμερα τα ζώα μαζί σου; Δεν ήταν πειθήνια μαζί σου; Δεν κελαηδούσαν ευτυχι­σμένα τα πουλιά πάνω στα κλαδιά; Και ο πιστός κύκνος τι ζημιά σου έκανε; Πετούσε πάνω από την λίμνη ψάχνοντας το ταίρι του για να καθαγιάσει με αυτόν τον τρόπο το μπάνιο του βασιλιά μας. Μήπως σε ευχαριστεί να ρίχνεις αδέσποτα βέλη με το τόξο σου; Ήταν ένα πουλί ευχάριστο σε όλους. Μήπως δεν ήταν σε σένα; Κοίταξε, το πλήγωσες στο στήθος, το αίμα του βάφει τα χόρτα, τα φτερά κρέμο­νται άψυχα, το λευκό του φτέρωμα έχει αρχίσει να μαυρίζει και τα μάτια του θόλωσαν. Κοίταξε αυτό το βλέμμα

Ο νέος, που άκουγε συγκινημένος τα λυπημένα λόγια του Γκουρνεμάνζ, έσπασε το τόξο και πέταξε τα βέλη. Ο Γκουρνεμάνζ συνέχισε:

-Είσαι ικανός να νοιώσεις μετάνοια και να καταλάβεις την κακή σου πράξη; Αναγνωρίζεις την αμαρτία σου; Αχ! πως μπόρεσες να το κάνεις παιδί μου;

-Δεν σκέφτηκα τίποτε από αυτά, απάντησε ο κρατούμενος, σκε­πάζοντας τα μάτια του με τα χέρια και πολύ συγκινημένος.

-Από πού έρχεσαι; τον ρώτησε ο Γκουρνεμάνζ.

-Δεν ξέρω.

-Ποιος είναι ο πατέρας σου;

-Δεν ξέρω.

-Ποιος σου έδειξε αυτόν τον δρόμο;

-Δεν ξέρω.

-Πως σε λένε;

-Δεν ξέρω. Έχω πολλά ονόματα αλλά τώρα δεν θυμάμαι κα­νένα..

-Ώστε λοιπόν, επέμεινε ο Γκουρνεμάνζ, δεν ξέρεις απολύτως τί­ποτα.

Και μετά, γυρνώντας προς τους υπηρέτες, φώναξε:

-Γυρίστε στην λίμνη! Να προσέχετε το μπάνιο του κυρίου μας. Γρήγορα!

Εκτελώντας την διαταγή οι υπηρέτες γύρισαν στην λίμνη. Ένας από αυτούς πήρε το σώμα του κύκνου. Στην ησυχία του δά­σους έμειναν ο ένας μπροστά στον άλλο ο Γκουρνεμάνζ και ο νεο­φερ­μένος. Ξεχασμένη από όλους η Κούντρι συνέχιζε να είναι πε­σμένη στην γη σαν θηρίο. Μια υπερφυσική ειρήνη βασίλευε στο περιβάλ­λον όταν ο Γκουρνεμάνζ είπε:

-Για να δούμε, αφού δεν ξέρεις τίποτα για όλα όσα σε ρωτάω, πες μου τι ξέρεις, γιατί χωρίς αμφιβολία κάτι πρέπει να ξέρεις.

-Έχω μητέρα, την λένε Χερζελέϊντε. Το δάσος και τα πράσινα λι­βάδια ήταν το σπίτι μας.

-Ποιος σου έδωσε το τόξο; ρώτησε ο Γκουρνεμάνζ.

-Το έφτιαξα εγώ ο ίδιος για να τρομάζω τους αετούς.

Ο Γκουρνεμάνζ παρατήρησε καλά καλά τον νέο που μιλούσε με τόσο παράξενο τρόπο.

-Παρ’ όλα αυτά, είπε, φαίνεσαι ευγενικής καταγωγής. Γιατί η μη­τέρα σου δεν σου έμαθε καλύτερα όπλα;

Η Κούντρι είχε σηκωθεί και πλησίασε τους δύο άνδρες. Βλέ­πο­ντας ότι ο νεοφερμένος έμενε σιωπηλός και δεν απαντούσε στην ερώτηση του Γκουρνεμάνζ, απάντησε αντί για αυτόν:

-Τον λένε Πάρσιφαλ. Όταν τον γέννησε η μητέρα του, ο πατέ­ρας του, ο Γκαμουρέτ, είχε πεθάνει στην μάχη. Η Χερζελέϊντε, θέλο­ντας να σώσει τον γιο της από τέτοιο θάνατο, τον πήρε μακριά, χω­ρίς όπλα, σε ένα έρημο δάσος. Η τρελή! αποτελείωσε με ένα τρο­μερό γέλιο.

-Ναι, απάντησε ο Πάρσιφαλ. Και μια μέρα πέρασαν κοντά από εκείνο το δάσος, καβαλώντας όμορφα άλογα, μερικοί άνθρωποι που θάμπωναν με τις λαμπερές πανοπλίες τους και τα άσπρα πανω­φόρια. Ήθελα να τους ακολουθήσω και αυτοί γελούσαν, καθώς συ­νέχιζαν τον δρόμο τους, και έλεγαν ότι πηγαίνουν στο κάστρο του Γκριάλ. Εγώ τους ακολούθησα αλλά δεν θα μπορούσα ποτέ να τους φτάσω. Πέρασα κοιλάδες και βουνά, ερήμους και πυκνά δάση. Περ­πατούσα χωρίς να σταματώ, είτε ήταν μέρα είτε ήταν νύχτα, και χρειαζόταν να καταφεύγω στο τόξο μου για να σωθώ από θηρία και από ανθρώ­πους.

Ακούγοντας αυτά τα λόγια η Κούντρι πλησίασε τον Γκουρνε­μάνζ και του φώναξε:

-Αλήθεια είναι. Νίκησε γίγαντες και κακούργους. Όλοι έτρεμαν αυτό το γενναίο παιδί.

Ο Γκουρνεμάνζ γέλασε και βάζοντας το χέρι του πάνω στον ώμο του Πάρσιφαλ, τον ρώτησε με φιλικό τόνο:

-Που βρίσκεται η μητέρα σου; Την εγκατέλειψες και θα κλαίει λυπημένη για σένα.

-Δεν κλαίει πια, τον διέκοψε η Κούντρι, η μητέρα του είναι νε­κρή.

-Τι είπες; φώναξε ο Πάρσιφαλ. Πέθανε; Πως το ξέρεις;

-Ήμουν δίπλα της όταν πέθανε, σε θυμόταν με τρυφερότητα.

Ο Πάρσιφαλ, τρομερά αναστατωμένος, πήδηξε πάνω στην Κού­ντρι και την ταρακούνησε βίαια. Φαινόταν να μην μπορεί να πι­στέψει αυτό που μόλις άκουσε. Ο Γκουρνεμάνζ προχώρησε για να τους χωρίσει.

-Σταμάτα, φώναξε. Τι κακό σου έκανε αυτή η γυναίκα; Πρέπει να είναι αλήθεια αυτό που λέει, γιατί η Κούντρι δεν λέει ποτέ ψέ­ματα.

Ο Πάρσιφαλ ήταν ακίνητος, με το πρόσωπο κάτωχρο, σαν πε­τρωμένος. Η Κούντρι έτρεξε σε μια κοντινή πηγή, γέμισε ένα κέ­ρατο με νερό και ξαναγύρισε να δώσει στον Πάρσιφαλ να πιει. Αυ­τός πήρε ασυνείδητα το νερό που του πρόσφεραν.

-Ποτέ δεν κάνω καλό, είπε η Κούντρι. θα ήθελα ειρήνη, ανά­παυση, αλλά βρίσκω μόνο κούραση. Θέλω να κοιμηθώ, να κοι­μηθώ… Όχι! Ποτέ να μην κοιμηθώ! Φοβάμαι.

Και βγάζοντας μια τρομερή κραυγή, εξαφανίστηκε ανάμεσα στα δέντρα του δάσους.

-Βλέπω ότι ο βασιλιάς γυρίζει από το μπάνιο, είπε ο Γκουρνε­μάνζ.

-Πρέπει να είναι μεσημέρι. Έλα αγόρι μου, θέλω να σε πάω στο ιερό Συμπόσιο. Αν είσαι αγνός το Γκριάλ θα σε θρέψει με ψωμί και κρασί.

-Ποιο είναι το Γκριάλ;

Ο Γκουρνεμάνζ έβαλε το χέρι του γύρω από τους ώμους του παιδιού. Του έδειξε τον δρόμο και απάντησε:

-Δεν μπορεί να ειπωθεί, αλλά αν ήσουν εσύ ο εκλεκτός του Γκριάλ ποτέ δεν θα έχανες την Χάρη. Και θα σου πω και κάτι άλλο, δεδομένου πως σε έχω ξεχωρίσει: δεν υπάρχει δρόμος που να οδηγεί στο Γκριάλ, είναι ο ίδιος κάποιος που γίνεται οδηγός.

* * *

Όταν ο Γκουρνεμάνζ και ο Πάρσιφαλ μπήκαν στον ναό του Γκριάλ, μια εντυπωσιακή σιωπή βασίλευε κάτω από τους πέτρι­νους θόλους και μέσα στο μεγαλειώδες δάσος από κολώνες. Οι υπηρέτες άρχιζαν να ανάβουν τις λάμπες της ιερής περιοχής. Σύ­ντομα θα άρ­χιζε η τελετουργία.

Ο Γκουρνεμάνζ κάρφωσε την διεισδυτική ματιά του στα μά­τια του νεαρού και του είπε:

-Βάλε προσοχή και απόδειξέ μου ξεκάθαρα αν είσαι εσύ το αγνό και απλό πνεύμα που έχει εκλεγεί για τον θρόνο της γνώσης.

Οι ιππότες του Γκριάλ άρχισαν να μπαίνουν στο εσωτερικό του Ναού. Πίσω από αυτούς μπήκαν οι υπηρέτες. Οι ψηλοί θόλοι επα­ναλάμβαναν την ηχώ των μεγαλόπρεπων ψαλμών της τελετουρ­γίας. Οι ιππότες προχώρησαν γύρω από το τραπέζι. Τέλος, μπήκαν οι υπηρέτες που έφερναν την θήκη που περιείχε το ιερό Γκριάλ και οι υπηρέτες που μετέφεραν το φορείο στο οποίο ήταν ξαπλωμένος ο δυστυχισμένος Αμφόρτας.

Ο γέρο Τιτουρέλ ήταν ο πρώτος που μίλησε στην συνέλευση. Απευθύνθηκε στον Αμφόρτα:

-Γιε μου, του είπε, σκέφτεσαι να ιερουργήσεις; Θα μπορέσεις να δεις το ιερό Γκριάλ και να ζήσεις; Ή πρέπει να πεθάνω χωρίς να με ευνοήσει ο Κύριος;

-Αχ! Δυστυχής εγώ! είπε λυπημένος ο Αμφόρτας. Ω πατέρα μου, ιερούργησε πάλι εσύ, σε παρακαλώ. Ζήσε εσύ και άφησέ με να πε­θάνω!

-Ζω ακόμα από θέλημα του Θεού, απάντησε ο Τιτουρέλ, όμως είμαι πια αδύναμος για να τον υπηρετήσω. Κάνε το εσύ και καθάρισε την αμαρτία σου.

Και απευθυνόμενος στους υπηρέτες διέταξε:

-Εμφανίστε τώρα το Γκριάλ!

-Όχι, μην το εμφανίζετε ακόμα! φώναξε ο Αμφόρτας. Αχ! Κα­νέ­νας άνθρωπος, κανένας, δεν μπορεί να καταλάβει το μαρτύριό μου όταν βλέπω την πηγή όλων των καλών. Γιατί, τι είναι η πληγή και οι ανυπόφοροι πόνοι της, αν συγκριθούν με το κολασμένο μαρτύριο του να είσαι καταδικασμένος να ιερουργείς; Είμαι αναγκασμένος να ικε­τεύω την Ιερή Χάρη για εύνοια των αγνών, εγώ που είμαι ο ένοχος. Έλεος!

Στηριγμένος στους υπηρέτες, ο Αμφόρτας σηκώθηκε από το κρεβάτι και γονάτισε μπροστά στο μαρμάρινο τραπέζι στο οποίο είχε τοποθετηθεί το Γκριάλ. Όταν ξανασηκώθηκε, πήρε το δισκο­πότηρο στα χέρια του και το σήκωσε ψηλά, δείχνοντάς το σε όλους. Μετά, μαζεύοντας τις τελευταίες του δυνάμεις, ο Αμφόρτας έκανε το σημείο του Σταυρού και καθαγίασε το ψωμί και το κρασί.

Ο Πάρσιφαλ παρέμενε σιωπηλός και παρατηρούσε εκστασια­σμένος την σκηνή που εκτυλισσόταν μπροστά στα μάτια του. Οι υπηρέτες είχαν αρχίσει να μοιράζουν το ψωμί και το κρασί ανά­μεσα στους ιππότες. Ο Γκουρνεμάνζ έκανε ένα νεύμα στον Πάρσι­φαλ να πλησιάσει μαζί του στο τραπέζι, αλλά ο Πάρσιφαλ δεν φά­νηκε να το κατάλαβε. Βρισκόταν βυθισμένος σε μια βαθιά έκ­σταση και δεν φαινόταν να καταλαβαίνει τι συνέβαινε γύρω του. Ξαφνικά, ο Αμφόρτας αισθάνθηκε ότι του άνοιγε πάλι η πληγή. Οι υπηρέτες τον ξάπλωσαν στο φορείο και σηκώνοντάς τον από το πάτωμα, ξε­κίνησαν για την έξοδο του ναού. Πίσω από αυτούς και με το ίδιο τελετουργικό που χρησιμοποίησαν για να μπουν, έβγαι­ναν όλοι οι παρευρισκόμενοι. Ο Γκουρνεμάνζ ετοιμαζόταν να βγει όταν παρα­τήρησε ότι ο Πάρσιφαλ βρισκόταν ακίνητος στο ίδιο σημείο που τον είχε αφήσει. Τον πλησίασε και του είπε:

-Ακόμα εδώ είσαι; Ξέρεις τι είναι αυτό που είδες;

Ο Πάρσιφαλ έκανε μια αρνητική κίνηση με το κεφάλι.

-Τότε, συνέχισε ο Γκουρνεμάνζ, συνεχίζεις να είσαι μόνο ένας τρελός. Φύγε τώρα αμέσως! Συνέχισε τον δρόμο σου και να θυμάσαι μόνο αυτό: άφησε ήσυχους τους κύκνους και σκότωνε θηρία, αν μπορείς.

* * *

Στις νότιες πλαγιές του Μονσαλβάτ, στην γη που κυριαρχού­σαν οι μουσουλμάνοι, τριγυρισμένο από έναν ηδονικό κήπο, βρι­σκόταν το κάστρο του Κλίνγκσορ. Ψηλά σε έναν από τους πύργους βρι­σκόταν το εργαστήριο του μάγου. Εργαλεία της μαγείας φαίνο­νταν σωριασμένα σε όλες τις γωνιές. Πάνω σε ένα τεράστιο τρα­πέζι, μπροστά στο οποίο καθόταν ο Κλίνγκσορ, βρίσκονταν μερικά φια­λίδια που περιείχαν φίλτρα που κάπνιζαν. Ο Κλίνγκσορ κρα­τούσε στο χέρι έναν μεταλλικό καθρέπτη στον οποίο μπορούσε να παρα­τηρεί τι συνέβαινε σε άλλα μέρη.

Ξαφνικά, πάνω στην αστραφτερή επιφάνεια του μετάλλου εμ­φανίζεται η μορφή του Πάρσιφαλ, που κατευθυνόταν προς το κά­στρο. Ο Κλίνγκσορ κοίταξε εξοργισμένος αυτή την εικόνα, και αφήνοντας τον καθρέπτη, στην μέση ενός μαγικού εξορκισμού, κά­λεσε την Κούντρι να εμφανιστεί. Υπακούοντας στην διαβολική δια­ταγή του αφέντη της, η Κούντρι εμφανίστηκε στο κέντρο του εργα­στηρίου, αφήνοντας μια ανατριχιαστική κραυγή.

-Που ήσουν; ρώτησε ο Κλίνγκσορ. Με τους ανθρώπους του Γκριάλ πάλι; Σου συμπεριφέρονται σαν σε θηρίο και εσύ συνεχίζεις να πηγαίνεις σε αυτούς. Δεν προτιμάς να μείνεις στο πλάι μου; Γιατί ξανάφυγες αφού μου είχες προδώσει τον Αμφόρτα, τον πιο αγνό φύ­λακα του Γκριάλ;

Η Κούντρι δεν ήταν ικανή να απαντήσει στον αφέντη της. Το σώμα της διέτρεχαν σύντομα ρίγη και από τα χείλη της έβγαιναν μόνο βογκητά. Ο Κλίνγκσορ συνέχισε:

-Θέλεις να βοηθήσεις τους αγνούς άντρες, έτσι; Θέλεις να επα­νορθώσεις για την προδοσία που τους έκανες έ; Λοιπόν μην περιμέ­νεις βοήθεια από αυτούς. Όλοι θα πουλιόνταν και εγώ θα μπορούσα να τους καταστρέψω με το όπλο που πήρα από τον ίδιο τους τον βα­σιλιά.

Και αλλάζοντας τόνο πρόσθεσε:

-Αλλά σήμερα πρέπει να νικήσουμε έναν άνδρα πιο επικίν­δυνο. Η ασπίδα του είναι η απλότητα του πνεύματος.

-Εγώ… ψιθύρισε η Κούντρι, δεν θέλω.

-Θα θελήσεις μια και πρέπει να με υπακούσεις. Είμαι ο αφέ­ντης και ο γητευτής σου. Τίποτε δεν μπορείς να κάνεις εναντίον μου. από την άλλη μεριά πρέπει να θυμάσαι ότι όποιος μπορέσει να σε νικήσει θα σε ελευθερώσει. Έτσι λοιπόν αυτή είναι η ευκαιρία σου. Δοκίμασε με τον ήρωα που πλησιάζει!

-Εγώ… ψιθύρισε ξανά η Κούντρι, δεν θέλω.

-Θα θελήσεις! είπε ο Κλίνγκσορ.

* * *

Ο Πάρσιφαλ έφτασε στον μαγεμένο κήπο. Μπαίνοντας στον περίβολο έπρεπε να πολεμήσει με τους πολεμιστές που είχαν φτά­σει μέχρι εκεί, τραβηγμένοι από τις διαβολικές γυναίκες που ήταν στην υπηρεσία του Κλίνγκσορ. Όταν νίκησε και τον τελευταίο από τους εχθρούς του ο Πάρσιφαλ μπήκε στον μαγεμένο κήπο. Ήρθαν τότε να τον συναντήσουν τα «κορίτσια λουλούδια», ντυμένα με πέ­πλα ωχρού χρώματος. Αυτά ήταν τα κολασμένα όργανα του άπι­στου Κλίνγκσορ.

-Σου αρέσουν τα λουλούδια; ρώτησε μια από αυτές.

-Δεν θέλεις να μας σκοτώσεις και εμάς; ρώτησε μία άλλη.

-Δεν θα το έκανα ποτέ! απάντησε ο Πάρσιφαλ.

Μια άλλη από τα «κορίτσια λουλούδια» τον πλησίασε και χα­μογελώντας του είπε:

-Παρ΄ όλα αυτά, μας έκανες ένα μεγάλο κακό. Σκότωσες τους συ­ντρόφους μας στα παιχνίδια. Με ποιόν θα παίζουμε τώρα;

-Να παίζετε; Με μένα!

Ακούγοντας την απάντηση του Πάρσιφαλ τα «κορίτσια λου­λού­δια» γέλασαν χαρούμενα. Μια από αυτές πλησιάζοντας τον ήρωα, του έβαλε μια κορώνα από λουλούδια στο κεφάλι και του είπε:

-Μας αρέσεις. Μην μας αφήσεις πια. Μείνε μαζί μας!

Άλλες πρόσθεσαν:

-Έλα, έλα! Θέλουμε να ζήσουμε μαζί σου. Θα σου δώσουμε χαρά και έρωτα!

Ο Πάρσιφαλ δίσταζε. Κάτι παράξενο προειδοποιούσε τον αφελή χαρακτήρα του ότι είχε αφεθεί να τον τυλίξουν τα δίχτυα του πει­ρασμού του Κλίνγκσορ. Τα «κορίτσια λουλούδια» τον πε­ρικύ­κλω­ναν και επέμεναν:

-Γιατί θέλεις να φύγεις; Είσαι δειλός με τις γυναίκες; Δεν τολ­μάς να γίνεις φίλος τους;

-Είσαι ψυχρός και σκληρός. Κακός και δειλός. Είσαι ψυχρός!

Ο Πάρσιφαλ συνέχιζε να προχωρά προς την είσοδο του μαγι­κού κήπου. Αλλά ξαφνικά σταμάτησε. Είχε αντηχήσει αυταρχικά μία φωνή:

-Πάρσιφαλ, περίμενε!

Ήταν η φωνή της Κούντρι. Πάρσιφαλ! Αυτό ήταν το όνομα που τον φώναζε η μητέρα του. Η φωνή της Κούντρι συνέχισε να ακού­γεται, ήταν πειρασμός:

-Περίμενε Πάρσιφαλ! Σου χαμογελάνε η σωτηρία και ο έρω­τας.

Και πρόσθεσε απευθυνόμενη στα «κορίτσια λουλούδια»:

-Ευκίνητες ερωμένες φύγετε. Είστε μόνο λουλούδια και πολύ γρή­γορα θα μαραθείτε. Αυτός ο ήρωας δεν είναι σύντροφος που ται­ριά­ζει στα παιχνίδια σας.

Ο Πάρσιφαλ παρέμενε ακίνητος. Τα «κορίτσια λουλούδια» εξαφανίστηκαν, γελώντας, ανάμεσα στα δέντρα. Τότε εμφανίστηκε η Κούντρι. Είχε μεταμορφωθεί σε μία γυναίκα ασυνήθιστης ομορ­φιάς. Ήταν σχεδόν αδύνατον να γνωρίσεις σε αυτήν το θηρίο που σερνόταν στο δάσος. Βλέποντάς την ο Πάρσιφαλ αναφώνησε:

-Μήπως είναι ένα όνειρο αυτό που βλέπω; Ποτέ δεν έχω δει, ούτε έχω ονειρευτεί αυτό που βλέπω τώρα. Είσαι και εσύ ένα λου­λούδι αυτού του μεγαλόπρεπου κήπου;

-Όχι Πάρσιφαλ, απάντησε η Κούντρι. Μακριά, πολύ μακριά βρί­σκεται η πατρίδα μου. έχω δει την μητέρα σου την Χερζελέϊντε να ξαγρυπνά στα όνειρά σου όταν, αφού είχε πεθάνει ο πατέρας σου και ήθελε να σε γλιτώσει από ένα παρόμοιο τέλος, σε έφερε μαζί της στο δάσος. Ήμουν μάρτυρας του πόνου της, της τρομερής της θλίψης, όταν, στο τέλος σε έχασε. Σε περίμενε μέρα και νύχτα, μέχρι που το σιωπηλό της παράπονο και ο πόνος κομμάτιασαν την καρδιά της, και… η Χερζελέϊντε …πέθανε.

Ο Πάρσιφαλ είχε ακούσει με μεγάλη συγκίνηση την διήγηση της Κούντρι και ακούγοντας τα τελευταία της λόγια έπεσε στα γό­νατα.

-Μητέρα, γλυκιά και τρυφερή μητέρα! φώναξε. Ο γιος σου ήταν αυτός που σε πλήγωσε πιο βαθιά. Πως μπόρεσα να σε ξεχάσω;

-Παρηγορήσου, είπε η Κούντρι. Το λάθος σου έχει συγχωρε­θεί. Η αγάπη, πρέπει να καταλάβεις (και προφέροντας αυτές τις λέ­ξεις αγκάλιασε τον Πάρσιφαλ), η αγάπη που ένιωσε ο πατέρας σου ο Γκαμουρέτ για την Χερζελέϊντε όταν άναψε η φλόγα του πάθους στο στήθος του, η φωτιά που σου έδωσε ζωή, αυτή που νικά την τρέλα και τον θάνατο, σου φέρνει σήμερα (σαν ανάμνηση της μητέ­ρας σου) το πρώτο φιλί.

Και σηκώνοντας το κεφάλι του Πάρσιφαλ η Κούντρι φίλησε τα χείλη του. Ο Πάρσιφαλ σηκώθηκε με ένα πήδημα. Ήταν ωχρός και έφερε το χέρι στην καρδιά. Τότε φώναξε:

-Αμφόρτα! Η πληγή! Η πληγή σου καίει! Ω! Ω τρελός που εί­μαι! Είδα την πληγή σου να ματώνει… και τώρα την νιώθω στο στή­θος μου… Ακούω το παράπονο του Ουρανού γιατί ο άγιος ναός βε­βηλώ­νεται. Και εγώ, ο τρελός, ο δειλός, σπαταλώ τον χρόνο μου σε παι­χνίδια για παιδιά. Θεέ μου!

Η Κούντρι πλησίασε τον Πάρσιφαλ και προσπάθησε να στρέψει το πρόσωπό του προς το μέρος της, όμως ο Πάρσιφαλ την έσπρωξε δυνατά.

-Απομακρύνσου από εμένα, πνεύμα του κακού!

-Είσαι σκληρός! του φώναξε η Κούντρι. Αν νιώθεις λύπη δεν εί­ναι μόνο δική σου, θα έπρεπε να νιώσεις και την δική μου. Αν εί­σαι λυτρωτής γιατί δεν ενώνεσαι μαζί μου για να με σώσεις; Είσαι αυτός που περίμενα, πεθαίνοντας από αγωνία. Ο ουρανός και η γη είναι εναντίον μου και μόνο σε σένα μπορώ να βρω την σωτηρία.

-Θα καταδικαστείς αιώνια μαζί μου, απάντησε ο Πάρσιφαλ, αν για ένα μόνο λεπτό ξεχάσω την αποστολή μου, χαμένος μέσα στα μπράτσα σου. Αντίθετα θα έχεις αγάπη και σωτηρία αν μου δείξεις τον δρόμο που θα με οδηγήσει στον Αμφόρτα.

-Λοιπόν δεν θα τον βρεις, φώναξε αγριεμένη η Κούντρι. Άσε να χαθεί εκείνος ο αδύναμος άνθρωπος, εκείνος που πληγώθηκε από το ίδιο του το όπλο. Ευσπλαχνίσου με! Το μόνο που επιθυμώ είναι να γίνεις δικός μου για μια ώρα! Θα είμαι δική σου μόνο για μια ώρα και μετά θα σε πάω μέχρι τον δρόμο.

Αφού είπε αυτά τα λόγια η Κούντρι πλησίασε τον ήρωα θέλο­ντας να τον αγκαλιάσει. Αλλά ο Πάρσιφαλ την έσπρωξε στα­θερά.

-Φύγε πια κολασμένη γυναίκα! φώναξε.

Τότε η Κούντρι άφησε τις ικεσίες και κοίταξε τον Πάρσιφαλ με τρόπο τρομερό.

-Γρήγορα! Σταματήστε τον! Δρόμοι κλείστε μπροστά του! Μα­κάρι να βρεις όλους τους δρόμους αυτού του κόσμου, εκτός από αυ­τόν που ψάχνεις!

Η Κούντρι, ξαφνικά, διέκοψε τις κατάρες της. Ο Κλίνγκσορ μό­λις είχε παρουσιαστεί πάνω στα τείχη του μαγεμένου κάστρου. Η τρομερή του σιλουέτα φαινόταν να διαγράφεται στον ουρανό, έχο­ντας χουφτώσει την ιερή λόγχη, το όπλο του θεού.

-Φτάνει πια! φώναξε ο Κλίνγκσορ. Θα σταματήσω αυτόν τον τρελό με την λόγχη του Κυρίου του.

Και έριξε το όπλο εναντίον του Πάρσιφαλ. Πλην όμως, η ιερή λόγχη έμεινε να αιωρείται στον αέρα πάνω από το κεφάλι του ήρωα. Ο Κλίνγκσορ τρομοκρατήθηκε. Μια εντυπωσιακή σιωπή έμοιαζε να κάνει πιο εξωπραγματικό το μαγεμένο δάσος. Ο Πάρσι­φαλ έπιασε την λόγχη και αργά έκανε με αυτήν το σημείο του Σταυρού.

-Με αυτό το σημείο καταστρέφω την μαγεία σου, είπε. Θα κλεί­σει επίσης η πληγή που έκανες με αυτήν και θα μετατραπεί σε σκόνη και ερείπια όλη αυτή η ψεύτικη μεγαλοπρέπεια.

Μόλις τελείωσε τα λόγια του ένας τρομερός σεισμός γκρέ­μισε το κάστρο. Τα δέντρα του μαγεμένου δάσους περιστράφηκαν γύρω από τον εαυτό τους και κρύφτηκε ο ήλιος. Σιγά σιγά ξαναφά­νηκε το φως. Ο μαγεμένος κήπος είχε μετατραπεί σε μια τρομα­κτική έρημο. Η Κούντρι ήταν ξαπλωμένη κάτω και ο Πάρσιφαλ στρά­φηκε προς το μέρος της.

-Ξέρεις που μπορείς να με βρεις, της είπε.

* * *

Ήταν το πρωινό της Μεγάλης Παρασκευής. Λίγο μετά την ανα­τολή ο Γκουρνεμάνζ άκουσε ένα βογκητό ανάμεσα από μερικά δέ­ντρα, κοντά στην καλύβα του ερημητηρίου που ζούσε.

Πέρασε το ρυάκι που έτρεχε από την πηγή στο λιβάδι, που ήταν σκεπασμένο με λουλούδια της άνοιξης, και κατευθύνθηκε προς με­ρικούς αγκαθωτούς θάμνους. Εκεί βρισκόταν το αναίσθητο σώμα της Κούντρι.

-Ξύπνα! Ξύπνα! φώναξε προσπαθώντας να την συνεφέρει. Ο χειμώνας έφυγε και πλησιάζει η καλοκαιρία.

Η Κούντρι συνέχιζε να είναι ασυνείδητη. Τότε ο Γκουρνε­μάνζ την έσυρε μέχρι την πηγή. Το σώμα της ήταν κρύο. Αν και έμοιαζε με νεκρή δεν μπορούσε να είναι, γιατί είχε βγάλει το βο­γκητό που άκουσε ο Γκουρνεμάνζ. Και πράγματι, μόλις ένιωσε το νερό της πηγής, άρχισε να ανακτά τις αισθήσεις της λίγο λίγο. Άνοιξε τα μά­τια και κοίταξε τον Γκουρνεμάνζ προσεκτικά. Μόλις τον αναγνώ­ρισε σηκώθηκε όρθια, τακτοποίησε τα φορέματα και τα μαλλιά της και άρχισε να τακτοποιεί τα αντικείμενα που υπήρχαν τριγύρω στην καλύβα του Γκουρνεμάνζ. Ο ιππότης του Γκριάλ χα­μογέλασε.

-Είσαι τρελή! Δεν έχεις τίποτα να μου πεις; Ούτε να με ευχαρι­στήσεις που σε απελευθέρωσα από τον ύπνο που θα σε είχε οδηγήσει στον θάνατο;

-Να υπηρετήσω! Επιθυμώ μόνο να σε υπηρετήσω.

-Τότε λοιπόν θα έχεις λίγη δουλειά. Στέλνουμε μηνύματα και κάθε ένας ψάχνει τα βότανα που του χρειάζονται.

Η Κούντρι μπήκε στη καλύβα, πήρε έναν αμφορέα και ξανα­βγήκε πηγαίνοντας στην πηγή. Ξαφνικά σήκωσε το κεφάλι και είδε την φιγούρα ενός παράξενου επισκέπτη. Στράφηκε στον Γκουρνε­μάνζ λέγοντας:

-Κάποιος έρχεται…

Ο νεοφερμένος φορούσε μια πανοπλία τελείως μαύρη, η προ­σωπίδα του κράνους του έκρυβε το πρόσωπο και κρατούσε μια λόγχη με την μύτη προς τα κάτω. Πλησίασε την πηγή και κάθισε ήσυχα δίπλα της.

-Γεια σου ταξιδιώτη, είπε ο Γκουρνεμάνζ. Αν έχεις χαθεί μπορώ να οδηγήσω τα βήματά σου;

Ο ιππότης με την μαύρη πανοπλία έμεινε σιωπηλός.

-Αν κάποιος όρκος σε αναγκάζει να κρατάς σιωπή, συνέχισε ο Γκουρνεμάνζ, εγώ αντιθέτως είμαι αναγκασμένος να σου πω κάτι: βρίσκεσαι σε έναν ιερό τόπο και κανένας δεν μπορεί να έρθει εδώ οπλισμένος με λόγχη, σπαθί και κλειστό κράνος. Και ακόμα λιγότερο σήμερα. μήπως δεν ξέρεις ότι είναι ιερή ημέρα;

Ο παράξενος επισκέπτης παρέμενε τελείως ακίνητος, χωρίς να δώσει σημάδι ότι καταλάβαινε τα λόγια του Γκουρνεμάνζ.

-Με ποιους ειδωλολάτρες ήσουν και δεν ξέρεις ότι σήμερα εί­ναι η πιο ιερή μέρα; Μεγάλη Παρασκευή! Για αυτό λοιπόν, άσε τα όπλα και μην προσβάλλεις τον Θεό αυτή την ημέρα.

Ο ιππότης με την μαύρη πανοπλία σηκώθηκε όρθιος, κάρ­φωσε την λόγχη του στην γη και έριξε στα πόδια του Γκουρνεμάνζ την ασπίδα και το σπαθί. Μετά γονάτισε και σήκωσε την προσω­πίδα του κράνους του. Ο Γκουρνεμάνζ παρατήρησε με προσοχή το ευ­γενικό του πρόσωπο. Ξαφνικά τον αναγνώρισε: ήταν ο Πάρσι­φαλ. Έκπληκτος οπισθοχώρησε μερικά βήματα μέχρι το σημείο που βρισκόταν η Κούντρι και την ρώτησε:

-Τον θυμάσαι; Είναι αυτός που σκότωσε τον κύκνο.

Μετά τα μάτια του πρόσεξαν την λόγχη.

-Είναι αυτός που έδιωξα, είπε. Γνωρίζω καλά την ιερή λόγχη. Ευλογημένη να είναι αυτή η μέρα!

-Ευλογημένη να είναι, απάντησε ο Πάρσιφαλ, γιατί σήμερα σε ξανασυνάντησα.

-Με αναγνώρισες και εσύ; φώναξε ο Γκουρνεμάνζ συγκινημέ­νος. Με αναγνώρισες παρ’ όλες τις δυστυχίες που έχουν πέσει επάνω μου; πες μου από πού έρχεσαι;

Τότε ο Πάρσιφαλ απάντησε ότι, για αρκετό χρόνο, περιφερό­ταν στους δρόμους του κόσμου, χωρίς να βρίσκει το μονοπάτι του κα­λού. Είπε πως είχε υπομείνει ατελείωτες ταλαιπωρίες και είχε λά­βει μέρος σε τρομερές μάχες. Εξήγησε ότι είχε φτάσει στο ση­μείο να χάσει κάθε ελπίδα να επιστρέψει στο Γκριάλ την ιερή λόγχη και πως άφηνε να πληγωθεί από τα όπλα των άλλων, χωρίς να αμύ­νε­ται, για να την επιστρέψει αγνή στον ναό της.

Ο Γκουρνεμάνζ, με την σειρά του, διηγήθηκε τις δυστυχίες που είχαν πέσει πάνω στον ναό του Γκριάλ. Η τελευταία φορά που ο Αμφόρτας πραγματοποίησε την ιερή τελετουργία ήταν εκείνη στην οποία ήταν παρών και ο Πάρσιφαλ, χωρίς να καταλαβαίνει την ση­μασία της ιεροτελεστία που διαδικαζόταν μπροστά στα μά­τια του. Βασανισμένος από τις θλίψεις της ψυχής και τους τρομε­ρούς πό­νους της πληγής που δεν έκλεινε ποτέ, ο Αμφόρτας επιθυ­μούσε μόνο τον θάνατο. Οι ιππότες του Γκριάλ δεν λάμβαναν πια κανένα μήνυμα για ιερό πόλεμο και περιπλανιόνταν στα δάση, μο­ναχικοί και άθλιοι, χωρίς να έχουν έναν αρχηγό. Ο Τιτουρέλ, ο γέρο ήρωας, χωρίς να μπορεί να παρηγορηθεί με την θέα του Γκριάλ, είχε πεθά­νει όπως πεθαίνουν όλοι οι άνθρωποι. Όταν τε­λείωσε η διήγηση ο Πάρσιφαλ τον ρώτησε:

-Μπορείς να με συνοδεύσεις μέχρι εκεί που βρίσκεται ο Αμφόρ­τας;

-Ναι, βέβαια, απάντησε ο γέρο Γκουρνεμάνζ. Μας περιμένει στον ιερό ναό και μας έχει υποσχεθεί ότι θα μας ξαναδείξει το Γκριάλ και θα ξαναπραγματοποιήσει την ξεχασμένη πια τελετουργία, σε ανάμνηση της ψυχής του πατέρα του.

Στο μεταξύ η Κούντρι είχε γυρίσει από τη πηγή και ερχόταν με τον αμφορέα γεμάτο νερό και ένα μπουκάλι άρωμα, έτοιμη να πλύνει τα πόδια του Πάρσιφαλ, εκπληρώνοντας τον αρχαίο νόμο της φιλοξενίας. Ο Πάρσιφαλ τη κοίταξε με θαυμασμό.

-Θέλεις να μου πλύνεις τα πόδια, ψιθύρισε, και εγώ επίσης θέλω να ρίξει αυτός ο φίλος το νερό πάνω στο κεφάλι μου.

-Ευλογημένος να είσαι, είπε ο Γκουρνεμάνζ καθώς τον βά­φτιζε, και εξαγνίζεσαι από κάθε αμάρτημα με το ευλογημένο νερό. Είθε η στεναχώρια να απομακρυνθεί από σένα.

-Θέλεις να μου μυρώσεις τα πόδια, είπε ο Πάρσιφαλ, και εγώ επίσης επιθυμώ να μου μυρώσει το κεφάλι ο φίλος του Τιτουρέλ, που σήμερα κιόλας με καλωσόρισε όπως καλωσορίζουν έναν βασιλιά.

Ακούγοντας αυτά τα λόγια ο Γκουρνεμάνζ πήρε το μπουκάλι με το άρωμα από τα χέρια της Κούντρι και γέρνοντάς το πάνω στο κεφάλι του ήρωα είπε:

-Καθαγιάζω το κεφάλι σου και σε καλωσορίζω σαν βασιλιά. Εσύ είσαι ο πιο αγνός.

Ο Πάρσιφαλ σηκώθηκε. Ένα υπερφυσικό φως έλαμπε στο βλέμμα του. Έκανε ένα νόημα στην Κούντρι, η οποία γονάτισε, και παίρνοντας νερό στα χέρια του το έριξε πάνω στο κεφάλι της γυ­ναίκας λέγοντας:

-Σήμερα αρχίζει η αποστολή σου. Λάβε το βάπτισμα και πί­στεψε στον Θεό ο οποίος θα σε σώσει.

Η μαγεία της Μεγάλης Παρασκευής βασίλευε πάνω στην ει­ρήνη εκείνου του δάσους. Κλαδιά, λουλούδια και μπουμπούκια έμοιαζαν να μεταδίδουν μιαν αλήθεια γλυκιά και μυστική, τόσο αγνή όσο και η ίδια η Φύση. Η αθωότητα της μέρας της Λύτρωσης απλωνόταν πάνω στην τρυφερή χλόη και τα λουλούδια των λιβα­διών χαμογελούσαν. Ο γέρο Γκουρνεμάνζ μίλησε ως εξής:

-Είναι μεσημέρι. Είναι πια ώρα. Επιτρέψτε κύριε να σας συνο­δεύσει ο υπηρέτης σας.

Και βγάζοντας από τους ώμους του το ίδιο του το πανωφόρι, το έριξε στους ώμους του Πάρσιφαλ.

* * *

Άνοιξαν οι πόρτες του ναού του Γκριάλ. Από μια από αυτές μπήκαν οι ιππότες με τους λευκούς μανδύες και κάθισαν στις θέ­σεις τους στο τραπέζι. Τέσσερις από αυτούς κουβαλούσαν το σιδε­ρένιο φέρετρο με το σώμα του Τιτουρέλ. Από μια άλλη πόρτα μπήκαν οι υπηρέτες που μετέφεραν την θήκη με το ιερό Γκριάλ. Όλοι έψαλ­λαν θρησκευτικούς ύμνους, που υψώνονταν μέχρι τους θόλους και εξα­πλώνονταν με μεγαλοπρέπεια στο εσωτερικό του ναού. Τέσσε­ρις από αυτούς μετέφεραν το φορείο στο οποίο ξεκου­ραζόταν ο Αμφόρτας.

Υποβασταζόμενος από δύο υπηρέτες ο Αμφόρτας προχώ­ρησε, διστακτικά, προς το σιδερένιο κιβώτιο στο οποίο κειτόταν το σώμα του πατέρα του. Οι δυο πιο ηλικιωμένοι ιππότες σήκωσαν το κα­πάκι και άφησαν ξεσκέπαστο το πτώμα του Τιτουρέλ.

-Πατέρα μου! φώναξε ο Αμφόρτας. Εσύ ο πιο αγνός, στον οποίο παρέδωσαν κάποια μέρα οι άγγελοι τον θεϊκό θησαυρό. Σε σένα, ιερέ ήρωα, φέρνω τον θάνατο. Πατέρα μου, σε ικετεύω, μετέ­φερε στον θεό αυτές τις λέξεις: «Ευσπλαχνίσου! Παραχώρησε στον γιο μου την ειρήνη».

Εκείνη την στιγμή εμφανίστηκε ο Πάρσιφαλ, συνοδευόμενος από τον Γκουρνεμάνζ και την Κούντρι. Όλοι άνοιξαν δρόμο για να περάσει. Μια παράξενη μεγαλοπρέπεια ανάβλυζε από πάνω του. Ο φωτισμένος αέρας έμοιαζε να περικυκλώνει τον ήρωα, όταν άγγιζε το στήθος του Αμφόρτα με την μύτη της λόγχης που κρατούσε.

-Μόνο ένα όπλο μπορεί να κάνει το θαύμα, είπε. Η λόγχη επου­λώνει την πληγή που άνοιξε η ίδια. Έχεις θεραπευθεί και η σω­τηρία έχει έρθει σε σένα.

Και γυρνώντας στους υπόλοιπούς σήκωσε την λόγχη.

-Η ιερή λόγχη. Αυτόν τον θεϊκό θησαυρό σας τον επιστρέφω.

Όλοι οι ιππότες σηκώθηκαν και ο Πάρσιφαλ διέταξε τους υπη­ρέτες:

-Ανοίξτε το Ιερό Γκριάλ. Δείξτε το σε όλους.

Τότε γονάτισε μπροστά στο δισκοπότηρο και το Πνεύμα σε μορφή λευκού περιστεριού, κατέβηκε μέσα σε μια ακτίνα φωτός και στάθηκε πάνω στο κεφάλι του Πάρσιφαλ.

Μια ουράνια ψαλμωδία ανέβηκε ανάμεσα στις κολώνες του ναού προς τους περίλαμπρους θόλους. Και στο μεταξύ η Κούντρι, λυτρωμένη, έπεφτε γλυκά στα πόδια του ήρωα. Ο Πάρσιφαλ πήρε το Γκριάλ και πρόσφερε την θεϊκή ευλογία στους ιερούς ιππότες…

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Ο ΠΑΡΣΙΦΑΛ

Πολλά έχουν γραφτεί στην ζωή, όμως είναι αναγκαίο να εμ­βα­θύνουμε…

Ας ξεκινήσουμε να αποκαλύπτουμε τώρα (εύστοχα και με επι­τυχία) τον Πάρσιφαλ, το κορυφαίο έργο του Βάγκνερ. Είθε να μας βοηθήσουν οι θεοί!…

Ξέρουν καλά οι Μούσες ότι αυτό το αδαμάντινο έργο αυτού του Μεγάλου Δάσκαλου, είναι κάτι ξεχωριστό καθώς και εξαιρε­τικό στο Βαγκνερικό δράμα.

Ο Λόγος του Δάσκαλου ρέει ηδονικά εδώ σαν ένα χρυσό πο­τάμι κάτω από το πυκνό δάσος του ήλιου.

Για τον Πάρσιφαλ θα μπορούσε να ειπωθεί με έμφαση αυτό που έλεγε ο Γκαίτε για τον δεύτερό του Φάουστ: «Έχω συσσωρεύ­σει σε αυτόν μεγάλα μυστήρια και δύσκολα προβλήματα, που οι μέλ­λουσες γενεές θα απασχοληθούν να επιλύσουν».

Βεβαίως, και στο όνομα της αλήθειας, πρέπει να εξομολο­γηθώ ότι δεν είμαι ο πρώτος ούτε καν ο τελευταίος που ασχολείται με τον Πάρσιφαλ…

Πλην όμως, είναι φανερό ότι είμαι ο πρώτος που ξεγυμνώνει την κρυμμένη αλήθεια μέσα στα σεβάσμια Μυστήρια του Πάρσι­φαλ.

Ο Δον Μάριο Ρόσο ντε Λούνα, ο αξιόλογος θεόσοφος συγ­γρα­φέας είπε:

-«Στον Πάρσιφαλ, η σκέψη του Βάγκνερ μοιάζει κα­λυμ­μένη με σκοπό. Πράγματι, και για να βγει το νόημα συγκεκριμέ­νων φιλο­σοφικών υπαινιγμών, όταν επιτυγχάνεται, πρέπει να γί­νει με­γάλη μαντική προσπάθεια και προσπάθεια διανοητικής συ­γκέ­ντρωσης, γιατί σε αυτό το έργο, όπως σε έναν εφιάλτη βρί­σκουμε μπερδεμένα τα πιο διαφορετικά στοιχεία: υψηλά φιλοσο­φικά ζη­τή­ματα, βιβλι­κές και ανατολίτικες αναμνήσεις, μυστικι­σμό, ορ­θοδοξία, ίχνη κα­θολικής λατρείας, παγανιστικές τελε­τουργίες, νεκρομαντεία, υπνο­βασία και υπνωτισμό, πρακτικές του μεσαιω­νικού ιπποτισμού, έκ­σταση, ασκητισμό, ελεημοσύνη, απολύ­τρωση, συγγένεια της μητρι­κής φύσης με την ανθρώπινη ψυχή, αγάπη με την πιο αγνή της έν­νοια…».

Ξεπηδά κατάφωτο και με μεσημβρινή σαφήνεια, ότι ο Βά­γκνερ ήταν ένας μεγάλος Μυημένος, ένας βαθύς εσωτεριστής, ένας αυθε­ντικός φωτισμένος…

Στον Πάρσιφαλ του Βάγκνερ υπάρχει επιστήμη, φιλοσοφία, τέ­χνη και θρησκεία… Νέος Δόκτωρ Φάουστ, αυτός ο μεγάλος μου­σικός μοιά­ζει να έχει ξεψαχνίσει αρχαιότατε θρησκευτικές γρα­φές…

Αυτό που με εκπλήσσει περισσότερο είναι κάτι τρομερό… ανα­φέρομαι με έμφαση στην Έμφυτη Μαγεία: Από πού την έβγαλε; Ποιος του την δίδαξε; Σε ποια σχολή την έμαθε;

Μετά έρχεται η ανάπτυξη του Δράματος με μια βαθιά Παρα­δο­σιακή Μαγεία… ανώτερα μυστήρια που ο όχλος δεν καταλαβαί­νει.

Το να εισχωρήσουμε σε αυτόν τον αρχαϊκό αποκρυφισμό, να εμβαθύνουμε στα Χριστικά Μυστήρια, να εξετάσουμε τον Εσωτε­ρικό Βουδισμό που περιέχεται σε αυτό το Βαγκνερικό ευαγγέλιο, είναι ακριβώς αυτό που επιδιώκουμε σε αυτό το βιβλίο.

Είναι φανερό ότι πολλοί ψευτοεσωτεριστές θα σκανδαλι­στούν με τις αποκαλύψεις μας.

Είναι αναντίρρητο ότι πολλοί ειλικρινείς εσφαλμένοι και γε­μά­τοι με καλές προθέσεις, αγανακτισμένη, θα σχίσουν τα ρούχα τους λέγοντας τρομερά πράγματα ενάντια σε εμάς τους Γνωστι­κούς…

Και συμβαίνει ότι ο Πάρσιφαλ προκαλεί πάντα τρομερές αντιρ­ρήσεις. Είναι προφανές ότι οι γιοι του σκότους αποστρέφο­νται το φως.

Ας θυμηθούμε ότι ο Πάρσιφαλ παρουσιάστηκε στα καλύτερα θέατρα της Ευρώπης, ακριβώς την πρώτη Ιανουαρίου του 1914 και αυτό μας προσκαλεί στον συλλογισμό.

«Μόνο για την έναρξη του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου και την ταυτόχρονη πρεμιέρα του Πάρσιφαλ σε όλον τον καλ­λιεργη­μένο κόσμο, θα είναι αξιομνημόνευτο στα χρονικά της αν­θρωπό­τητας το έτος 1914».

Αν δεν είχε απαγορεύσει ο Βάγκνερ την σκηνογράφηση του Magnus Opus του έξω από την Bayreuth, είναι αναμφίβολο ότι ο κόσμος θα το είχε γνωρίσει νωρίτερα.

Ευτυχώς, και για το καλό του Μεγάλου Έργου του Πατέρα, η θέληση του μεγάλου μουσικού δεν μπόρεσε να εκπληρωθεί, γιατί πάνω από αυτήν βρίσκονται οι παγκόσμιες συνθήκες που σχετίζο­νται με την πνευματική ιδιοκτησία. Είναι φανερό ότι στην Γερμα­νία η νομική προστασία των έργων ολοκληρώνεται στα τριάντα χρόνια από τον θάνατο του συγγραφέα.

Μια και την πρώτη Ιανουαρίου του 1914 ολοκληρώθηκαν τα προρρηθέντα τριάντα χρόνια, η πνευματική ιδιοκτησία του Πάρσι­φαλ παραγράφηκε και τότε ο κόσμος μπόρεσε να γνωρίσει αυτό το εξαιρετικό έργο.

1914 μυστηριώδες πάντρεμα… ο Πάρσιφαλ και ο Πρώτος Πα­γκόσμιος Πόλεμος. Είναι αναμφίβολο ότι το Βαγκνερικό ευαγ­γέλιο αντηχεί στα πεδία των μαχών, είναι καταστροφικό, τρομερό, λά­μπει ένδοξα μέσα από την θύελλα όλων των εμμονών…

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΟΙ ΙΠΠΟΤΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΚΡΑΑΛ

Ας μπούμε στην σκηνή: Τον τόπο της δράσης μπορούμε και πρέπει να τον εντοπίσουμε στα ανέκφραστα γαλαζωπά βουνά προς βορρά. Στην Γοτθική Ισπανία…

Καταλήγει αναντίρρητο ότι ακριβώς εκεί και όχι σε κάποιο άλλο μέρος, βλέπει ο Βάγκνερ την επικράτεια και το κράτος του Μονσαλβάτ, κατοικημένο από τους υψηλόφρονες ναΐτες ιππότες, τρομερούς φύλακες του Ιερού Γκριάλ.

Γραμμένος είναι με φλογερά γράμματα στο μεγάλο βιβλίο της φύσης, ο νόμος των αντιθέτων.

Είναι προφανές ότι το σύνορο του φωτός είναι τα σκοτάδια. Η σκιά κάθε δοξασμένου Ιερού είναι πάντα ένα σκοτεινό σπήλαιο.

Δεν είναι λοιπόν κατά κανέναν τρόπο παράξενο το ότι ακρι­βώς στην νότια πλαγιά του ίδιου βουνού, κοιτάζοντας προς την αρα­βική Ισπανία βρίσκεται επίσης και το μαγεμένο κάστρο του νε­κρο­μάντη Κλίνγκσορ…

Ο Δον Μάριο Ρόσο ντε Λούνα, ο αξιοσημείωτος θεόσοφος συγ­γραφέας, λέει: «Τα ενδύματα των ιπποτών του Γκριάλ και των ιπποκόμων τους είναι τουνίκες και λευκά πανωφόρια, όμοια με αυτά των ναϊτών, αλλά αντί για το κόκκινο TAU τους επιδει­κνύ­ουν ένα περιστέρι σε πτήση αποτυπωμένο στα όπλα και κε­ντη­μένο στα πανω­φόρια».

Εκείνο το σημείο της σκηνής, περισσότερο από σκοτεινό κα­τα­λήγει οπωσδήποτε αρκετά αυστηρό και μυστηριώδες…

Το αυστηρό έδαφος, απαραιτήτως πετρώδες, σύμφωνα με τις μυητικές παραδόσεις λάμπει στο κέντρο με ένα κενό πολύ σαφές.

Οποιοσδήποτε φωτισμένος μπορεί να δει προς τα αριστερά, το οδυνηρό μονοπάτι που φτάνει μέχρι το κάστρο του ιερού Γκριάλ.

Στο βάθος γέρνει το έδαφος θαυμάσια προς μια ιερή πλαγιά του βουνού…

Η ιερή πισίνα, η μυητική λίμνη που αντιπροσωπεύει τα μυ­στή­ρια, αιώνια σκηνή κάθε ναού, όπως φαίνεται ακόμα στα τωρινά Ινδοστανικά ιερά, δεν θα μπορούσε να λείπει από αυτά τα μέρη του Ιερού Γκριάλ.

«Μετά τον Ήλιο και την φωτιά του, δηλαδή τις γόνιμες δο­νή­σεις του που ξυπνάνε την ζωή σε όλες τις περιοχές του πλα­νήτη, το νερό, το θηλυκό γήινο στοιχείο, η μεγάλη Μητέρα ή τροφός Αγελάδα, είναι η ίδια η βάση της ζωής που συμβολίζεται σε όλες τις θεογονίες με χίλια σεληνιακά ονόματα: IO, Maya, Isis, Diana, Lucina, Ataecina, Ealquibuitl, και τόσα άλλα»…

Είναι φανερό, και όλος ο κόσμος το ξέρει, ότι σε αυτόν τον κό­σμο, το κρυστάλλινο υγρό στοιχείο παρουσιάζεται πάντα κάτω από δύο αντιτιθέμενες όψεις. Αναφέρομαι στο στατικό και το δυναμικό.

Δεν είναι περιττό να θυμηθούμε την βαθιά και υπέροχη λίμνη την πάντα ήρεμη και τον θυελλώδη ποταμό…

Η κατάσταση της λιμνώδους ηρεμίας μας καλεί πάντοτε στον συλλογισμό… στην πραγματικότητα ποτέ δεν είναι πιο δραστήριο το νερό από όταν μας εμφανίζεται στην ήσυχη πηγή.

Μπαίνοντας λοιπόν, σε αυτό το θέμα του βαθύ διαλογισμού, προειδοποιούμε για την επιπολαιότητα, ότι η γνήσια αντίληψη της «Λίμνης» μπορεί και μέχρι που πρέπει να διευρυνθεί φιλοσοφικά με εσωτερικό τρόπο σε βάθος.

Συμφέρει να ξέρουμε με πλήρη σαφήνεια ότι από αυτά τα στα­τικά, σπερματικά νερά, τα γενεσιουργά ή λιμνώδη, προέρχεται το λαμπρό ιερογλυφικό του αιώνιου μηδέν…

Είναι επείγον να καταλάβουμε ότι από τα δυναμικά ή γονιμο­ποιά νερά του θυελλώδους ποταμού, αναβλύζει σαν από μαγεία η διπλή γραμμή του Υδροχόου, αρχικό ιερογλυφικό του γράμματος Μ με το οποίο ονομάζεται παντού το αιώνιο θηλυκό στοιχείο: Μη­τέρα, Mater, Mama, Maria, Maya, Mar.

Η ευθεία γραμμή του κελαρυστού ρυακιού, που διαπερνά τολ­μηρά την ήρεμη λίμνη, έρχεται να διαμορφώσει το αρχικό ιερο­γλυφικό της ΙΟ, δηλαδή το άγιο ΙΟ, τρομερή βάση του δεκαδικού μας συστήματος.

Αυτό έρχεται να μας θυμίσει τα τρομερά θεϊκά σύμβολα του Siva, του Αγίου Πνεύματος: Το μαύρο Λίνγκαμ βουτηγμένο στο Γιόνι.

Καταλήγει γεμάτο με βαθιά σημασία στο χριστιανικό ευαγγέ­λιο, το συγκεκριμένο γεγονός ότι στις πιο εξαιρετικές στιγμές του κη­ρύγματος του μεγάλου Καμπίρ Ιησού, η Λίμνη και η Θάλασσα παίζουν έναν ρόλο καταπληκτικό και μυστηριώδη…

Το ευαγγέλιο μιλάει καθαρά και μας λέει ότι όταν άρχισε ο Ιη­σούς την αποστολή του ήταν στην Καπερναούμ, παραθαλάσσια πόλη της Γαλιλαίας, για την οποία ο προφήτης Ησαΐας είχε πει με σοφία: «Ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα, και εις τους καθημένους εν τόπω και σκιά θανάτου, φως ανέτειλε εις αυτούς». (Ματθαίος κεφ 4, παρ 16).

Πηγαίνοντας τότε ο μεγάλος Καμπίρ στις όχθες της θάλασ­σας της Γαλιλαίας, πήρε σαν πρώτους μαθητές τους ψαράδες Πέ­τρο και Ανδρέα, «για να τους κάνει ψαράδες ανθρώπων».

Όταν ο Βαπτιστής αποκεφαλίστηκε, ο μεγάλος Καμπίρ απο­σύ­ρεται με μια βάρκα σε έναν έρημο και μακρινό τόπο, δηλαδή στην γη των Χίνας, όπου πραγματοποιεί το ασυνήθιστο και εκπλη­κτικό θαύμα με τα πεινασμένα πλήθη και τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψά­ρια, από τα οποία έφαγαν όχι λιγότεροι από πέντε χιλιάδες άνδρες, χωρίς να υπολογίσουμε γυναίκες και παιδιά, και περίσσε­ψαν δώ­δεκα κοφίνια γεμάτα με κομμάτια. (Ματθαίος κεφ14, παρ 15-21).

Θα ήταν λοιπόν κάτι περισσότερο από αδύνατον να λείπει η ιερή λίμνη των μεγάλων αρχαϊκών μυστηρίων από την επικράτεια του κάστρου του Μονσαλβάτ.

Το εσωτερικό νερό στον εαυτό του είναι το Ενς Σέμινις των πα­λαιών Αλχημιστών του Μεσαίωνα μέσα στο οποίο βρίσκεται το Ενς Βιρτούτις της φωτιάς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΤΟ ΔΙΣΚΟΠΟΤΗΡΟ ΚΑΙ Η ΛΟΓΧΗ

Εν μέσω των ευτυχισμένων κελαηδημάτων των πουλιών, έχει χαράξει η ηδονική αυγή που πορφυρίζει τα πάντα.

Ο γέρο σοφός Γκουρνεμάνζ συντροφευμένους από δύο νεα­ρούς ιπποκόμους, κοιμάται βαθιά κάτω από την τερπνή σκιά ενός φου­ντωτού και σιωπηλού δέντρου…

Από την πανάρχαια και ηλιόλουστη μεριά του κάστρου του Γκριάλ, αντηχεί παντοδύναμο το επίσημο εγερτήριο των τρομπε­τών που με τις τρομερές τους νότες χαιρετούν νικηφόρα το ευχάρι­στο ξημέρωμα…

Ακούγοντας τον δοξασμένο και νικηφόρο ύμνο, ο γέρο Γκουρ­νεμάνζ και οι δύο ιπποκόμοι του γεμάτοι με ατελείωτο σεβα­σμό, γονατίζουν ταπεινά και προσεύχονται με βαθιά ευλάβεια.

Φτάνοντας σε αυτό το υψηλό μέρος του παρόντος κεφαλαίου συμφέρει να θυμηθούμε εκείνο το όμορφο ποίημα του Don Ramon del Valle Inclan:

ΑΣΤΡΙΚΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ

Αιώνιες Αυτοκρατορίες! Χρυσά Ιερά!

Καρφιά του μεγάλου Παντός! Προσευχή στα λαούτα σας!

Θελήσεις ήρεμες! Επίσημες αρετές!

Είσοδοι του κόσμου! Φλογερά ωάρια!

Φλεγόμενες ιεροτελεστίες ουράνιων θεών!

Σφραγισμένα πεπρωμένα της ανθρώπινης χορωδίας!

Ήλιοι που τους κανόνες φυλάνε του Θησαυρού!

Δημιουργία! Μυστηριώδη αστρικά τριαντάφυλλα!

Ουράνιο μυστήριο! Γνωστικό μυστήριο

Όπου τα αινίγματα σήκωσε ο Τρισμέγιστος:

Θέλοντας να σε διαβάσει άνοιξε ο Ιουλιανός

στην αυτοκρατορία του το σχίσμα, και έγινε αντίχριστος,

εξηγητής, Γνωστικός του παγανιστικού ουρανού.

Μια ηλιακή μεταμόρφωση στον Χριστό.

Με μεγαλειώδες βήμα έρχονται από το Γκριάλ δύο ιππότες που, σαν εμπροσθοφυλακή, εξερευνούν προσεκτικά το τραχύ μονο­πάτι που θα ακολουθήσει ο Αμφόρταs, ο βασιλιάς του τόσο πολύτι­μου κοσμήματος.

Είναι φανερό ότι ο μεγάλος ιερέας της ιερής φλόγας, υποφέ­ρει ανείπωτα από εκείνη την μοιραία ημέρα κατά την οποία για δυ­στυ­χία του, ο Κλίνγκσορ, ο μαύρος μάγος, τον πλήγωσε με το ολέ­θριο χτύπημα.

Ο πολυσέβαστος διάδοχος του βασιλιά Τιτουρέλ έρχεται πιο νωρίς από ότι συνήθως να πάρει το μπάνιο του στην ιερή πισίνα της λίμνης.

Ο αξιοσέβαστος κύριος χρειάζεται υπερεπειγόντως να ανα­κου­φιστεί από τους τρομερούς πόνους που τον θλίβουν από τότε που για δυστυχία του, δέχθηκε το μοιραίο χτύπημα…

Ξέρουν καλά οι θεοί και οι άνθρωποι για τον Κλίνγκσορ και τις δυσοίωνες, σκοτεινές του τέχνες.

Η φαύλη προσωπικότητα της σκιάς, όχι μόνο άρπαξε την αγία λόγχη από τα χέρια του Αμφόρτα, του βασιλιά του Γκριάλ, αλλά επιπλέον τον πλήγωσε με αυτήν στο πλευρό.

Αχ!… αν οι άνθρωποι καταλάβαιναν όλα αυτά… αν καταλά­βαι­ναν την βαθιά σημασία της λόγχης…

Σε όλα αυτά είναι φανερό ότι υπάρχει αγνή σεξουαλικότητα, βαρυσήμαντος φαλλισμός. ερωτισμός.

Είναι αναντίρρητο ότι η Γνωστική-Εσωτερική λόγχη του Γκριάλ και εκείνη η άλλη, αυτή των μαγικών συνθηκών που κρα­τούσε ο Βοτάν, είναι στο βάθος ένα και το αυτό, το έμβλημα της ανδρικής σεξουαλικής δύναμης, ο Φαλλός…

Ένας μεγάλος σοφός είπε: «Μέχρι ένα συγκεκριμένο σημείο, τα κομμάτια ή τάβλες του νόμου, όπου ο Μωυσής έγραψε με δια­ταγή του Ιεχωβά τους κανόνες του δεκάλογου, δεν είναι παρά μια διπλή λόγχη των Ρούνας, με την φαλλική σημασία των οποίων δεν μπο­ρούμε να ασχοληθούμε, αλλά τουλάχιστον μπορεί να το μελετήσει κανείς στον δεύτερο τόμο του ΙΣΙΣ ΧΩΡΙΣ ΠΕΠΛΟ».

Γραμμένη είναι με χρυσά γράμματα στο βιβλίο της κοσμικής σοφίας η διπλή χρήση της ιερής λόγχης. Είναι αναντίρρητο ότι πλήγωσε τρομερά το πλευρό του Κυρίου και ότι από την πληγή του ανάβλυσε αίμα και νερό. Είναι φανερό ότι γιάτρεψε την πληγή στο πλευρό του Αμφόρτα.

Εξηγήσεις;… υπομονή αγαπητέ αναγνώστη, τώρα εγκαθι­στούμε μόνο αρχές. Σε επόμενα κεφάλαια θα προχωρήσουμε μέχρι το βά­θος…

Αινίγματα; Ναι! και μάλιστα πολλά… τόσο σοβαρά όσο αυτά του Αγίου Γκριάλ, του θηλυκού Γιόνι, της κούπας, των σε­ξουαλι­κών οργάνων της γυναίκας…

Είναι τόσες οι παραδόσεις του Αγίου Γκριάλ… κάπου εκεί ανά­μεσα στα παλιά, μεσαιωνικά βιβλία υπάρχει μια λυρική στροφή που λέει: «Πατέρα, πατέρα της ζωής μου,

από την του Αγίου Γκριάλ,

δώσε μου την άδειά σου

για να πάει ο Κόμης να ψάξει».

Μας έχει ειπωθεί ότι το μεγάλο δισκοπότηρο βρισκόταν στην κατοχή του Αβραάμ. Μας έχουν πληροφορήσει ότι ο Μελχισεδέκ, η μεγαλοφυΐα της γης ή Τσάνγκαμ (όπως λέγεται επίσης), το έφερε από την χώρα της Σεμίραμις στην γόνιμη γη Χαναάν. Αυτό συνέβη σε εκείνη την εποχή κατά την οποία ο πλανητικός μας αντιβασι­λέας ξεκίνησε ορισμένες θεμελιώσεις, στον ευλογημένο τόπο που αργό­τερα υπήρξε η Ιερουσαλήμ η αγαπημένη πόλη των Προφητών.

Αρχαίες παραδόσεις που χάνονται στην νύχτα των αιώνων, βε­βαιώνουν ότι ο Μελχισεδέκ το χρησιμοποίησε τελετουργικά όταν γιόρτασε την θυσία κατά την οποία πρόσφερε το ψωμί και το κρασί της μετουσίωσης στον Αβραάμ και το έδωσε σε αυτόν τον Πατρι­άρχη.

Κάποιοι παλαιότατοι μύθοι βεβαιώνουν με έμφαση ότι αυτό το Θεϊκό ποτήρι βρισκόταν επίσης και στην κιβωτό του Νώε.

Δεν είναι περιττό να βεβαιώσουμε ότι αυτή η σεβαστή αντίκα μεταφέρθηκε στην Αίγυπτο και ότι την κατείχε ο Μωυσής.

Φτιάχτηκε από ένα μοναδικό υλικό, συμπαγές όπως μια κα­μπάνα και ειλικρινά δεν είχε την εμφάνιση ότι είχε υποστεί κατερ­γασία όπως τα μέταλλα. Πιο καλά φαινόταν να είναι το αποτέλε­σμα κάποιου είδους βλάστησης.

Η βασίλισσα του Σαββά υπέταξε τον βασιλιά Σολομώντα σε πολλές δοκιμασίες πριν τον κάνει θεματοφύλακα αυτής της τόσο υψηλής αντίκας.

Ο μεγάλος Καμπίρ Ιησούς ο Χριστός, την είχε στην κατοχή του όταν γιόρτασε το μυστικό δείπνο και σε αυτό το ποτήρι ήπιε το κρασί της Αγίας Ευχαριστίας.

Ο ρωμαίος συγκλητικός Ιωσήφ της Αριμαθαίας, στην βάση του σταυρού στον Γολγοθά, μάζεψε σε αυτήν την κούπα τις πορφυ­ρέ­νιες σταγόνες του αίματος που ανάβλυζαν από τις πληγές του λα­τρευτού…

Λένε οι παραδόσεις ότι ο αναφερθείς συγκλητικός, έξυπνος και σοφός όσο κανείς, κράτησε μυστικό αυτόν τον πολύτιμο θη­σαυρό…

Την τιμή του ιερού του ζήλου κατέληξε να πληρώσει πολύ ακριβά, γιατί επειδή αρνήθηκε εκείνος ο άνδρας να παραδώσει στην ρωμαϊκή αστυνομία το ιερότατο ποτήρι και το δόρυ του Λον­γί­μπους, φυλακίστηκε…

Μετά από πολλά χρόνια, ο Ιωσήφ της Αριμαθαίας, ελεύθερος πια, έφυγε για την Ρώμη παίρνοντας μαζί του τις ιερές αντίκες και ψάχνοντας για χριστιανούς, όμως βλέποντας τους διωγμούς που γί­νονταν εκεί, συνέχισε τον δρόμο του προς τις περιοχές της Μεσο­γείου…

Λένε οι γραφές, ότι ένα βράδυ επισκέφθηκε τον γέρο συγκλη­τικό στον ύπνο του ένας άγγελος και του είπε: «Αυτό το ποτήρι έχει μια πολύ μεγάλη μαγνητική δύναμη, επειδή σε αυτό περιέχε­ται το αίμα του λυτρωτή του κόσμου, θάψε το εκεί».

«Τότε εκείνος ο γέρος είδε το ναό του Μονσεράτ στην Κατα­λο­νία, στην Ισπανία…»

Ο Ιωσήφ της Αριμαθαίας ολοκλήρωσε την τρομερή του απο­στολή φυλάγοντας σε αυτόν τον ναό αυτές τις αρχαίες αντίκες…

Αυτό που συνέβη μετά… οι Μυημένοι το ξέρουν. Σήμερα το κάστρο του Μονσαλβάτ, στο οποίο βρίσκεται ο ναός, και ένα τμήμα του βουνού του Μονσεράτ μπήκαν σε κατάσταση Χίνας, κρύφτηκαν από τα μάτια των βέβηλων.

Αναίτια οι σταυροφόροι ιππότες έψαχναν στην ιερή γη το Άγιο Γκριάλ. Σαν ανάμνηση αυτού του ζήλου υπάρχει ακόμη το ασημέ­νιο κύπελλο που δίνεται στους ολυμπιακούς πρωταθλητές.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

ΚΛΙΝΓΚΣΟΡ Ο ΜΑΥΡΟΣ ΜΑΓΟΣ

Στην εξωτική γωνιά της φιλόξενης κοιλάδας, πολύ κοντά στην ιερή γη των μουσουλμάνων, λένε οι παραδόσεις ότι ζούσε ο Κλίν­γκσορ, ο κακός μάγος σε τρομερή μοναξιά…

Αγνοώ βέβαια -λέει ο γέρο Τιτουρέλ-, ποια ήταν τα αμαρτή­ματά του, αλλά ήθελε να γίνει εκεί μετανοών και άγιος.

Ειλικρινής λανθασμένος και γεμάτος με καλές προθέσεις, ανί­κανος να γλιτώσει από την λαγνεία, χούφτωσε το δολοφονικό μα­χαίρι και ευνουχίστηκε τρομακτικά.

Διηγείται ο ευσεβής ήρωας Τιτουρέλ, ο οποίος γνώριζε πολύ καλά τον Κλίνγκσορ και τις σκοτεινές του τέχνες, ότι ο δυστυχής μετανοών του κακού άπλωσε μετά τα ματωμένα χέρια του ικετευ­τικά προς το Γκριάλ.

Αλλά είναι φανερό ότι απορρίφθηκε με αγα­νάκτηση τότε από τον φύλακα. Να απορριφθείς από τους ιππότες του Αγίου Γκριάλ; Και μάλιστα αφού έχεις ευνουχισθεί με την «υγιή» πρόθεση να εξαλείψεις τα ζωικά πάθη; Τι τρόμος! Θεέ μου!…

Στην οργή του τρομερού και επίπονου μίσους του, αδύνατον να περιγραφεί με λέξεις, έψαξε ο ευνούχος των σκοταδιών να βρει το όπλο της εκδίκησης και είναι αναντίρρητο ότι το βρήκε.

Ο Τιτουρέλ, η φωνή του παρελθόντος, λέει ότι ο σκοτεινός με­ταμόρφωσε τότε εκείνο το άγονο μέρος των μάταια μετανοού­ντων, σε ένα μαγεμένο κήπο φιλήδονων σεξουαλικών απολαύσεων και σε αυτόν ζούσαν όμορφες γυναίκες εκλεκτικά κακοήθεις.

Εκεί στα κρυφά, στο πανδοχείο των απολαύσεων, λέει ο γέρο βασιλιάς Τιτουρέλ, παραφύλαγε ο κακός μάγος τους ιππότες του Γκριάλ για να τους οδηγήσει με λεπτότητα στην λαγνεία και τους ζωικούς πόνους…

Εκείνος που αφηνόταν να αποπλανηθεί, ήταν θύμα του, λέει ο γέρο μονάρχης, και πολλούς δικούς μας κατάφερε να τους οδη­γή­σει στον δρόμο του χαμού.

Φτάνοντας σε αυτό το μέρος του παρόντος κεφαλαίου μας, έρ­χεται στην μνήμη μου εκείνο το όμορφο ποίημα του Don Ramon del Valle Inclan:

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

Ο γάτος που γουργουρίζει!

Η πόρτα που τρίζει!

Η σταγόνα γκλό-γκλό-γκλό!

Μόνοι στο σπίτι: στην πόρτα μουγκρίζει το κτήνος

που αποβλήθηκε όταν γεννήθηκα εγώ.

Η νύχτα του Οκτώβρη! Λένε ότι με Φεγγάρι,

μ’ έναν άνεμο ανδρείο και θαλασσινά κύματα:

κάτω απ’ τα αστέρια της γράφτηκε η τύχη μου,

θάλασσα και ανδρείοι άνεμοι με είδαν να έρχομαι.

Η νύχτα του Οκτώβρη! Η αναγγελία του θανάτου μου!

Νύχτα μου, ανοιχτή ανάμεσα σε γη και ήλιο!

Ντύθηκε ο μάγος το αστρικό ρούχο,

γυμνός ένας γίγαντας, φύσηξε το σαλιγκάρι.

Το κτήνος στην πόρτα βρυχιέται τρέμοντας,

στα μάτια του μένει η φθινοπωρινή και μακρινή

νύχτα, εκείνη η νύχτα της ζωής μου,

με τους δύο δρόμους της. Και ακολούθησα αυτόν του κακού!

Με κάλεσε η σάρκα σου, τριαντάφυλλο της αμαρτίας!

Μόνοι στο σπίτι, ξάγρυπνος εγώ,

η Νύχτα του Οκτώβρη, η θάλασσα σηκωμένη…

Η σταγόνα γκλό-γκλό-γκλό!

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Ο ΑΜΦΟΡΤΑΣ, Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΓΚΡΙΑΛ

Γυναίκα πολύτιμη για το καλύτερο γεννημένη, γυναίκα Δια­βο­λική για να βρίσκεσαι στην άβυσσο, μαργαριτάρι του θρόνου του Κυρίου πεσμένο, ανέκφραστο τριαντάφυλλο της φωτιάς στην Εδέμ μεγαλωμένο και από κολασμένα χέρια μαδημένο, θελκτικέ κύκνε με αλαβάστρινο λαιμό σε άσεμνο βακχικό τραγούδι… Τόσα καλά έχεις κάνει! και … τόσα κακά: ω, Θεέ μου!

Αλλά… και είναι το καλύτερο, ας μιλήσουμε τώρα λίγο για τον βασιλιά Αμφόρτας, διάδοχο του γέρου Τιτουρέλ, ο οποίος κο­ρόι­δεψε με τόση επιτυχία τις πανουργίες του Δαιμονίου…

Λέει η παράδοση των αιώνων κι αυτό το ξέρουν οι παππού­δες μας, ότι ο καλός βασιλιάς έπρεπε να υποφέρει το ανείπωτο…

Και βοήθα με Θεέ μου! όλα γι αυτές ή γι αυτήν, την αρχική Διαβόλισσα, το πρωτότυπο της απώλειας και της πτώσης, αυτήν που ούτε ο ίδιος ο Αμφόρτας, ο Κύριος του Γκριάλ, δεν μπόρεσε να αντισταθεί…

Και λένε αυτοί που γυρίζουν από δω κι από κει, ότι ο καλός κύ­ριος έπεσε επίσης στα μπράτσα μιας μοιραίας ξανθιάς που λεγό­ταν Ηρωδιάδα, Κούντρι, Γκουντρίγια και δεν ξέρω πως αλλιώς…

Ο Κυρίαρχος θέλησε να βάλει ένα όριο στις μαγικές γητειές του Κλίνγκσορ του κακού μάγου και βλέπετε τι συνέβη…

Ο κακεντρεχής, που σίγουρα δεν ήταν ποτέ ήμερο πρόβατο, θέ­λησε να κερδίσει την παρτίδα με αυτήν την θαυμάσια ευκαιρία και πλησιάζοντας σιωπηλά το λάγνο ζευγάρι που κυλιόταν στο κρεβάτι των απολαύσεων, άρπαξε την ιερή λόγχη και με αυτήν πλήγωσε τρομερά το πλευρό του Αμφόρτα, μετά απομακρύνθηκε γελώντας.

-Ω, εσύ Θεϊκή λόγχη, θαυμάσια στις πληγές σου που σε όλους είναι απαγορευμένο να ψάξουν! συνεχίζει να λέει ο γέρο Γκουρνε­μάνζ, ήταν τα μάτια μου, τα ίδια μου τα μάτια, αυτά που σε εί­δαν να σε κρατάνε τα πιο ιερόσυλα χέρια!…

Ο βασιλιάς κατά την αποχώρησή του συνοδευόταν από τον γέρο Γκουρνεμάνζ, όμως έκαιγε μια πληγή στο πλευρό του: Είναι η πληγή της τύψης που ποτέ δεν θα γιατρευτεί!…

Ας αναφέρουμε τώρα ένα ωραίο ποίημα του Don Ramon del Valle Inclan:

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ

Έχει στο περπάτημα το βήμα του αιλουροειδούς,

παντού γεμάτη από βαθιά ηχώ,

εκμαυλίζει με μαγευτικούς μαυριτανούς

το σκούρο στόμα της ιστορίες του Αλαντίν.

Τα μάτια μαύρα, ζεστά, πονηρά,

λυπημένο σαν αρχαία επιστήμη το χαμόγελο,

και η φούστα από λουλούδια μια αύρα

ινδικών και άγιων εκπαιδευτηρίων.

Έκοψε το χέρι της σε έναν κήπο της Ανατολής

το μήλο του απαγορευμένου δένδρου,

και κουλουριασμένο ήταν στα στήθη της, το Φίδι.

Διακοσμεί τη λαγνεία με ένα νόημα

άγιο. Στην διάφανη ομίχλη

των ματιών της, το φως είναι ένα σφύριγμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Η ΑΓΡΙΑ ΑΜΑΖΟΝΑ

Στο μοναχικό μονοπάτι, όμοιοι με περιπλανώμενα φαντά­σματα, κατσούφικα, διστακτικά, σκυθρωπά, ρακένδυτα προχωρούν αργά οι νικημένοι προς την λίμνη και κοιτώντας τον μακρινό πύργο του ναού, κάτω από ένα οπάλινο φως που ανατέλλει στον ουρανό, κά­νουν το βήμα πιο αργό, σαν να φοβούνται να φτά­σουν…

Παραδομένη η Κούντρι από την κούραση και από τις φοβε­ρές και τρομερές τύψεις πέφτει στην αρωματισμένη γη…

Σε εκείνες τις στιγμές φτάνει από το κάστρο του Γκριάλ, ο δυ­στυχής συνοδός που οδηγεί τον Βασιλιά στο άγιο μπάνιο.

Ο μακρόθυμος μονάρχης δεν κρατά μνησικακίες στην πονε­μένη του καρδιά, καταλαβαίνει πλήρως τα ίδια του τα λάθη, ανα­γνωρίζει την ενοχή του και ταπεινά ευχαριστεί την υπηρέτριά του, την γυ­ναίκα! το αιώνιο θηλυκό, την μνημειώδη Εύα της Εβραϊκής Μυθο­λογίας, αιώνιο παιχνίδι του καλού και του κακού στην γη, σύμ­φωνα με την χρήση που της κάνουν οι άνδρες.

Η Βαγκνερική Μαγδαληνή μετατρεμμένη με αχρείο τρόπο σε παιχνίδι του πονηρού, επιθυμεί να βοηθήσει τα θεϊκά ιδεώδη του Γκριάλ αλλά πάντα πέφτει νικημένη…

Γυναίκα! αναφωνεί ο Αμφόρτας… Είσαι μήπως Δαιμόνιο που ξέρασε η κόλαση για να μου ανοίξει αυτή την πληγή;…

Είσαι μήπως άγγελος που κατέβηκε από τον Ουρανό για να προσευχηθεί για την δύσμοιρη ύπαρξή μου;…

Η άγρια αμαζόνα, η γυναίκα σύμβολο της Βαγκνερικής δρα­μα­τουργίας, μεγαλοπρεπές πρωτότυπο όσων πιο ταπεινωτικών υπάρ­χουν και ταυτόχρονα ότι πιο ύψιστου στον κόσμο, είναι σί­γουρα τρομερή…

Το ένδυμά της είναι πρωτόγονο και τραχύ, μαζεμένο ψηλά με μία ζώνη από την οποία κρέμονται μακριά δέρματα από φίδια,

Τα μαύρα της μαλλιά κυματίζουν θαυμάσια σαν λυτή χαίτη με σκουροκόκκινη απόχρωση.

Στο θαυμάσιο θηλυκό της πρόσωπο λάμπουν δύο γοητευτικά μάτια με μαύρο χρώμα που μερικές φορές αστράφτουν άγρια και σπανίως μένουν ακίνητα με μια τρομακτική ακαμψία θανάτου…

Η Κούντρι φέρει όπως και η Ιουδαία Μαγδαληνή, ένα κρυ­στάλ­λινο βάζο από την εξωτική Αραβία. Ο βασιλιάς του Γκριάλ χρειά­ζεται βεβαίως ένα πολύτιμο βάλσαμο για να γιατρέψει την πο­νε­μένη του καρδιά…

Ευλογημένη να είναι η γυναίκα! ευλογημένα τα όντα που λα­τρεύουν!…

Ο Ερμής ο Τρισμέγιστος είπε: «Σου δίνω αγάπη στην οποία περιέχεται όλο το Σύνολο της Σοφίας».

Να αγαπάς; Πόσο όμορφο είναι να αγαπάς!… Μόνο οι μεγά­λες ψυχές μπορούν και ξέρουν να αγαπούν…

Ο έρωτας αρχίζει με ένα λαμπύρισμα συμπάθειας, ουσιαστι­κο­ποιείται με την δύναμη της στοργής και συντίθεται σε θαυμα­σμό…

Ο τέλειος γάμος είναι η ένωση δύο όντων, ενός που αγαπάει πε­ρισσότερο, κι ενός άλλου που αγαπά καλύτερα…

Η αγάπη είναι η πιο προσιτή θρησκεία…

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Ο ΑΓΝΟΣ ΑΘΩΟΣ

Ο Γκουρνεμάνζ, η φωνή του παρελθόντος, ο αξιοσέβαστος γέ­ρος, αφού έχει διηγηθεί επίσημα, όλα όσα έχουν συμβεί πριν σε αυτές τις μυστηριώδεις περιοχές του κάστρου του Μονσαλβάτ, το τρομερό χάσιμο της άγιας λόγχης, συνεχίζει λέγοντας τα εξής:

-Μπροστά στο ορφανό από την υψηλή αντίκα ιερό, είναι ξα­πλωμένος ο Αμφόρτας σε ένθερμη προσευχή, ικετεύοντας ανή­συχος ένα σινιάλο σωτηρίας.

Μια εντονότατη, μια εκθαμβωτική θεϊκή λάμψη ανάβλυσε τότε από το Γκριάλ ενώ ένα όραμα, ένα ουράνιο όνειρο του είπε, με έντονο τόνο, αυτές τις λέξεις: «Ο σοφός, ο φωτισμένος από την συ­μπόνια, ο αγνός αθώος, περίμενέ τον,

ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΚΛΕΚΤΟΣ ΜΟΥ».

Τότε, Ω θεοί!, λέει ο θρύλος των αιώνων ότι, δημιουργήθηκε ένα μεγάλο σκάνδαλο μεταξύ των ανθρώπων του Άγιου Γκριάλ, γιατί από την πλευρά της ιερής λίμνης, στο βάθος του μοναχικού δάσους, έγινε αντιληπτό ένα παιδί αγνοόν που, περιπλανώμενο σε εκείνες τις όχθες πλήγωσε βαριά με το τόξο του, έναν πολύ όμορφο κύκνο, τέλειο σύμβολο του Άγιου Πνεύματος.

Αλλά…Και γιατί τόση αναστάτωση, αναταραχή, αταξία; Ποιος δεν έχει πληγώσει μέχρι θανάτου τον κύκνο Κάλα- Χάμσα

Ποιος δεν έχει παραβιάσει την έκτη εντολή του νόμου του Θεού που λέει: Ου μοιχεύσεις;

«Εκείνος που αισθάνεται ελεύθερος από αμαρτία να ρίξει την πρώτη πέτρα…»

Ω ευλογημένε, θαυμαστέ Χάμσα, σεξουαλική δύναμη του Τρί­του Λόγου, αθάνατε IBIS, λευκό περιστέρι του Γκριάλ…!

Η κατάκτηση της Ούλτρα Μάρε Βίτε, του κόσμου Σούπερ Λίμι­ναλ και Ούλτρα Τερέστρε, είναι δυνατή μόνο με την μυητική πέ­τρα (το σεξ), στο οποίο περιέχεται η θρησκεία-σύν­θεση, που ήταν η πρωτόγονη της ανθρωπότητας, η μυστική σοφία του Ιανού ή των Χίνας.

Να εξαλείψεις το σεξ; Ω! Όχι! Όχι! Όχι!… Να το υπερνική­σεις; Αυτό είναι φανερό… να αγαπάς είναι το καλύτερο.

Ας απαγγείλουμε τώρα εκείνο το όμορφο ποίημα του Αμάντο Νέρβο που έχει τίτλο:

ΤΗ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΘΑ ΜΕ ΑΓΑΠΑΣ

-Τη μέρα που θα με αγαπάς θάχει περισσότερο φως από τον Ιού­νιο,

τη νύχτα που θα με αγαπάς θα είναι πανσέληνος,

με νότες του Μπετόβεν να δονούν κάθε ακτίνα

τα ανέκφραστά τους πράγματα,

και θα υπάρχουν μαζεμένα περισσότερα τριαντάφυλλα

απ’ όλο τον μήνα Μάιο.

--Χίλιες κρυστάλλινες πηγές

θα τραβηχτούν προς τις πλαγιές

πηδώντας κελαριστές.

--Την μέρα που θα με αγαπάς, οι κρυμμένες λόχμες

θα αντηχούν ακόρντα που ποτέ δεν ξανακούστηκαν.

--Έκσταση των ματιών σου, όλες οι Άνοιξες που υπήρξαν

και θα υπάρξουν στον κόσμο, θα είναι όταν θα με αγα­πάς.

--Σοδειές στο χέρι όμοιες με ξανθιές αδελφούλες

φωτίζοντας απλές σταγόνες, θα φτάσουν οι μαργαρίτες

σε βουνά και λιβάδια

μπροστά από τα βήματά σου τη μέρα που θα με αγαπάς…

Και αν μαδήσεις μία, θα σου πει το αθώο της

έσχατο λευκό πέταλο: Παθιασμένα!

--Θα έχουν όλα τα τριφύλλια τέσσερα μαντικά φύλλα

όταν θα ξημερώσει η αυγή την μέρα που θα με αγαπάς,

και στην λιμνούλα, φωλιές αγνώστων μικροβίων,

θα ανθήσουν τα μυστικά σέπαλα των λωτών.

--Τη μέρα που θα με αγαπάς θα είναι κάθε φεγγίτης

θαυμάσιο φτερό. Κάθε πορφυρό σύννεφο, βάλσαμο

από τις Χίλιες και Μία Νύχτες, κάθε αύρα ένα τραγούδι,

κάθε δέντρο μια λύρα, κάθε βουνό ένας βωμός.

--Τη μέρα που θα με αγαπάς, για μας τους δύο

θα χωρέσει σε ένα μόνο φιλί

η μακαριότητα του Θεού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Ο ΓΙΟΣ ΤΗΣ ΧΕΡΖΕΛΕΪΝΤΕ

Ο Πάρσιφαλ, ο αγνός αθώος, είναι φανερό ότι σε κάποιο μα­κρινό παρελθόν είχε πληγώσει κι αυτός επίσης με το βέλος του τον κύκνο της άσπιλης λευκότητας, τον θαυμαστό Χάμσα…

Μπροστά στις τόσες ερωτήσεις που με τόση έμφαση του κά­νουν, κρατάει σιωπή, είναι προφανές ότι τα αγνοεί όλα, έχει εξα­λείψει το Εγώ, ούτε καν θυμάται το όνομα του φυσικού του γονιού, έχει ξανακατακτήσει την εδεμική αθωότητα…

Ξέρει μόνο ότι την μητέρα του την έλεγαν Χερζελέϊντε και ότι το πιο βαθύ δάσος ήταν η κατοικία της.

Η φτωχή μητερούλα του με την καρδιά πονεμένη τον έφερε στον κόσμο ορφανό από πατέρα, όταν αυτός που λεγόταν Γκαμου­ρέτ έπεφτε ένδοξα ανάμεσα σε κράνη και ασπίδες στο πεδίο της μάχης.

Η λατρευτή μητέρα, για να προστατεύσει τον γιο της ενάντια στο πρώιμο σημάδι των ηρώων, τον γέννησε με άπειρη τρυφερό­τητα σε μια ερημιά, ξένη προς τα όπλα και στο μέσον της πιο μεγά­λης άγνοιας.

Πλην όμως… μια κάποια μέρα, εκείνος ο νεαρός από ηρωική γενιά, είδε φλόγες από φωτιά που είχαν ανάψει άνθρωποι στο δά­σος…

Ήταν τόση η λάμψη των καβαλάρηδων με τις λαμπρές φορε­σιές (οι ιππότες του Γκριάλ), που έτυχε να περνούν από εκείνες τις μο­ναχικές δασώδεις περιοχές, που ο νεαρός σπρωγμένος από το ηρωικό του ένστικτο αποφάσισε να τους ακολουθήσει δια μέσου των βουνών.

Προστατευμένος με τα όπλα του Ηφαίστου, πολέμησε τα θη­ρία της αβύσσου, αχρείες αντιπροσωπίες των αρχαίων λαθών του και τα ελάττωσε σε κοσμική σκόνη.

Έτσι προχώρησε το αγόρι μέχρι την επικράτεια του Γκριάλ… (Έτσι πρέπει να προχωρήσουμε και εμείς…).

Η Κούντρι, η Ηρωδιάδα, τον πληροφορεί ότι η λατρευτή του μητέρα έχει πεθάνει. Σκληρή πληροφορία που τον βυθίζει σε ατε­λείωτη πίκρα αδύνατον να περιγραφεί με λέξεις…

Τρομερή στιγμή αυτή, πέφτει πάνω στην εταίρα σαν τρελός, μετά πέφτει λιπόθυμος και αυτή τον βοηθά αμέσως με το ηδονικό νερό της πηγής…

Μετά έρχεται η τρομερή ώρα: Η Γκουντρίγια λέει πράγματα τρομερά, για όλα υπάρχει η ώρα τους και η μέρα τους.

Συμφέρει να θυμηθούμε τώρα εκείνο το όμορφο ποίημα του Δον Ραμόν ντε Βάλε Ινκλάν, με τίτλο:

ΤΟ ΡΟΔΟ ΤΟΥ ΡΟΛΟΓΙΟΥ

Είναι η ώρα των αινιγμάτων,

όταν το απόγευμα του καλοκαιριού,

από τα σύννεφα έστειλε ένα γεράκι

πάνω στα αγαθά περιστέρια.

Είναι η ώρα των αινιγμάτων!

Είναι η ώρα του περιστεριού:

ακολουθεί το πέταγμα η ματιά

ενός κοριτσιού. Ρόδινο απόγευμα,

μουσικός και θεϊκός λήθαργος.

Είναι η ώρα του περιστεριού!

Είναι η ώρα του φιδιού:

ο διάβολος ξεριζώνει μια λευκή τρίχα,

πέφτει από το δέντρο το μήλο

και το κρύσταλλο ενός ονείρου σπάει.

Είναι η ώρα του φιδιού!

Είναι η ώρα της κότας:

το νεκροταφείο έχει φώτα,

ευλογούν μπροστά στους σταυρούς

οι ευσεβείς, ο άνεμος αγωνιά.

Είναι η ώρα της κότας!

Είναι η ώρα της δεσποινίδας:

δάκρυα, γράμματα και τραγούδια,

ο αέρας γεμάτος με άνθη λεμονιάς,

το απόγευμα γαλάζιο, μόνο ένα άστρο.

Είναι η ώρα της δεσποινίδας!

Είναι η ώρα της κουκουβάγιας:

αποκρυπτογραφεί γραφές ο γέρος,

σπάει ξάφνου ο καθρέπτης,

βγαίνει η γριά με το λαδικό.

Είναι η ώρα της κουκουβάγιας!

Είναι η ώρα της αλεπούς:

παίζει στον δρόμο μια κιθάρα,

φέρνει η γριά στην υπηρέτρια

ένα δαχτυλίδι με ένα ρόδο.

Είναι η ώρα της αλεπούς!

Είναι η ώρα της ψυχής σε θλίψη:

μια μάγισσα στο σταυροδρόμι,

με μια προσευχή αφορισμού

ζητάει από τον νεκρό την αλυσίδα του.

Είναι η ώρα της ψυχής σε θλίψη!

Είναι η ώρα του λυκόφωτος:

στήνει ενέδρα η κουκουβάγια στο πεύκο,

ο ληστής στον δρόμο,

και στο πορνείο ο Σατανάς.

Είναι η ώρα του λυκόφωτος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΥΝΤΡΙ

Η Κούντρι, η θαυμάσια Εύα της Εβραϊκής μυθολογίας, ασυ­νεί­δητο θύμα του κακού μάγου, μπροστά στον Βαγκνερικό Πάρσι­φαλ, αναφωνεί με άπειρο πόνο:

-Εγώ ποτέ δεν κάνω το καλό, το μόνο που θέλω είναι ξεκού­ραση… Μόνο ξεκούραση για αυτή την άθλια κούραση!

Να κοιμηθώ και μακάρι να μην ξύπναγα ποτέ!

Εκείνη την στιγμή αρχίζει να αισθάνεται την υπνωτιστική επιρ­ροή του μάγου από μακριά, και τρέμοντας από φόβο αναφω­νεί:

-Όχι! Να κοιμηθώ! Όχι! Μου προκαλεί τρόμο αυτό!.

Μετά αφήνει μια υπόκωφη κραυγή, ολόκληρο το κορμί της τρέ­μει σαν χορτάρι που το χτυπάει η θύελλα, μέχρι που, ανίκανη μπροστά στην μαγεία, αφήνει να πέσουν αδύναμα τα χέρια, γέρνει το κεφάλι κάνοντας μερικά διστακτικά βήματα, πέφτει υπνωτι­σμένη στα αγριόχορτα βογκώντας:

-Άχρηστη αντίσταση. Έφτασε η ώρα. Να κοιμηθώ… Να κοι­μηθώ… Είναι απαραίτητο… Είναι απαραίτητο να κοιμηθώ.

Η γυναίκα σαν ιδέα, η γυναίκα σύμβολο, η προκλητική δια­βό­λισσα, το πρωτότυπο του χαμού και της πτώσης, στην οποία ούτε ο Αμφόρτας, ο υπέροχος Βασιλιάς του Αγίου Γκριάλ, δεν μπόρεσε να αντισταθεί, κοιμάται τώρα κάτω από την υπνωτική δύ­ναμη του κακού μάγου…

Κάτι παραπάνω από όμορφη σε βρίσκουμε, Κούντρι! Γεννή­θη­κες σαν ένα θαύμα στην Εδέμ όλων των θαυμάτων ! είσαι η πιο όμορφη σκέψη του Δημιουργού γινόμενη σάρκα, αίμα και ζωή…!

Το ηδονικό κορμί σου μοιάζει να έχει ζυμωθεί με τα λεπτά ρόδα της όχθης του κάμπου που κάνει το Ουάντ Αλ Κεμπίρ γό­νιμο…!

Οι σιωπηλές φτέρες ασημωμένες από το χλωμό φεγγάρι, δί­νουν γλυκιά σκιά στις βλεφαρίδες σου…

Τα βλέφαρά σου με την εξωτική τους γοητεία δημιουργήθη­καν με θεϊκά άνθη λεμονιάς. Ουσία από ύψιστους κρίνους κρύβε­ται μέσα σου…

Οι σαγηνευτικές κοτσίδες σου μοιάζουν περισσότερο με κα­ταρ­ράκτες τη νύκτα που πέφτουν πάνω στους κοριτσίστικους ώμους σου…

Πόσο όμορφη είσαι! Με ακούς; Το γοητευτικό σου στόμα χα­μογελά: Η γλώσσα σου παλεύει μες τον ύπνο να σχηματίσει λέ­ξεις…

Ο αστροσκέπαστος ουρανός ανοίγει σαν ρόδο: Εσύ κοιμά­σαι, Κούντρι, δηλητηριασμένη από ένα εξωτικό μυστήριο που κα­νείς δεν καταλαβαίνει…!

Κοιμάσαι Ναι!… Το ξέρω… Το δάσος από τις Χίλιες και Μία Νύχτες δίνει τα φυλλώματά του που φωλιάζουν τα πουλιά και κε­λαηδούν γλυκά, ψιθυρίζουν απαλά τα άνθη, μουρμουρίζει το πο­τάμι μέσα στο πέτρινο κρεβάτι του: Όλα νανουρίζουν και εσύ κοι­μάσαι; Εύα, Κούντρι, Γκουντρίγια, Ηρωδιάδα…

Κοιμήσου μέσα στα λυπηρά μυστικά σου: Είσαι το ασυνεί­δητο θύμα μιας μοιραίας μαγείας…

Όμως Ω, Θεέ μου!… Τι φοβερή ιδέα στον ύπνο σε ενοχλεί; Τι είναι εκείνο που μη θέλοντας να το κάνεις, το κάνεις;

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10

Ο ΥΜΝΟΣ ΤΟΥ ΓΚΡΙΑΛ

Κατά την επιστροφή πια από το τόσο ευχάριστο και ηδονικό μπάνιο, εμφανίζεται να περνά το φορείο του Βασιλιά με κατεύ­θυνση το κάστρο του Μονσαλβάτ.

Ο σεβάσμιος γέρος Γκουρνεμάνζ μπαίνει στην συνοδεία κα­λώ­ντας καλοσυνάτα, στην ιερή γιορτή, τον νεαρό.

Είναι αναγκαίο και το αγόρι να λάβει τα οφέλη του Γκριάλ…

-Μόλις που ξεκινήσαμε και αισθάνομαι, παρ’ όλα, αυτά ότι έχω φτάσει κιόλας μακριά, λέει ο Πάρσιφαλ.

Ο γέρος διαποτισμένος με σοφία του απαντά με μεγάλη ευ­στο­χία: Βλέπεις, γιε μου: ο χρόνος εδώ είναι διάστημα….

Ο χρόνος στον εαυτό του είναι η τέταρτη διάσταση, αυτό εί­ναι φανερό…

Η τέταρτη κάθετος αποτελείται από δύο όψεις τέλεια ορισμέ­νες: Την προσωρινότητα και το διάστημα.

Είναι αναντίρρητο ότι η χρονομετρική όψη της τέταρτης διά­στασης καταλήγει να είναι μόνο η επιφάνεια.

Είναι αναμφίβολο ότι η διαστημική όψη της τέταρτης καθέ­του βρίσκεται στο βάθος…

Μέσα στον τρισδιάστατο κόσμο στον οποίο ζούμε υπάρχει πά­ντα μια τέταρτη κάθετος και αυτή στον εαυτό της είναι ο χρόνος.

Στην αιωνιότητα δεν υπάρχει χρόνος…

Είναι σαφές ότι η αιωνιότητα καταλήγει να είναι η πέμπτη διά­σταση, εσύ το ξέρεις…

Στην αιωνιότητα όλα διαδικάζονται μόνο μέσα στο αιώνιο τώρα…

Έχετε ακούσει να μιλούν για αυτό που βρίσκεται πιο πέρα από τον χρόνο και την αιωνιότητα; Είναι σαφές ότι υπάρχει η έκτη διά­σταση…

Και τι να πούμε για την άγνωστη διάσταση μηδέν; Άγιο Πνεύμα; Ναι! Ναι! Ναι!

Ο γέρο Γκουρνεμάνζ με αυτή την σοφία την ασπρισμένη από το χρόνο, τα καταλάβαινε όλα και με σοφία οδηγούσε τον γιο της Χερζελέϊντε μέχρι το Άγιο Γκριάλ…

Η σκηνή μεταμορφώνεται αργά-αργά καθώς ο γέρο Δάσκα­λος και ο νεαρός μαθητής του προχωρούν.

Αφήνουν πια κάτω το μοναχικό δάσος και σκαρφαλώνουν υπο­μονετικά και οι δύο τον τεράστιο όγκο του γρανίτη.

Λίγο-λίγο ακούν κάθε φορά καλύτερα τον απαλό ήχο των τρο­μπετών και το μεγαλοπρεπές χτύπημα των καμπάνων του ναού…

Τελικά φτάνουν Δάσκαλος και μαθητής σε ένα υπέροχο σα­λόνι, του οποίου ο μεγαλειώδης τρούλος χάνεται στα ύψη…

Ο Πάρσιφαλ μένει άφωνος από έκσταση μπροστά σε τέτοια θεϊκή μεγαλοπρέπεια αδύνατον να περιγραφεί με λέξεις…

Στο βάθος ανοίγουν δύο φαρδιές πόρτες γεμάτες δόξα απ΄ όπου μπαίνουν οι ιππότες του Γκριάλ…

Οι άνδρες του φωτός κάθονται με την σειρά μπροστά σε δυο μακριά τραπέζια στρωμένα, και παράλληλα, στο μέσον των οποίων υπάρχει ένα ελεύθερο κενό.

Στα τραπέζια αυτά υπάρχουν δισκοπότηρα ή κούπες, αλλά όχι ηδονικοί μεζέδες.

Από το άλλο μέρος εμφανίζονται θαρραλέοι ιπποκόμοι και αδελφοί ταπεινών υπηρεσιών που φέρνουν τον βασιλιά Αμφόρτα με το φορείο του και μπροστά από αυτόν, μερικά παιδιά αγνά σαν άγ­γελοι με γελαστά πρόσωπα…

Αυτά τα πλάσματα φέρνουν μια κιβωτό σκεπασμένη με πορ­φυρό ύφασμα, μέσα στην οποία κρύβονται τα μυστήρια του σεξ.

Η υψηλή ακολουθία τοποθετεί τον βασιλιά Αμφόρτα σε ένα κρεβάτι στο βάθος, κάτω από μια εξέδρα και πάνω στο μαρμάρινο τραπέζι που βρίσκεται μπροστά από την ιερή κιβωτό…

Το εκκλησίασμα του φωτός ψάλλει έτσι… ευτυχισμένο, από τα διάφορα σημεία του ναού, τον ύμνο του Γκριάλ, που λέει:

«Μέρα με την μέρα, πρόθυμο για τον μυστικό δείπνο της Θεϊ­κής Αγάπης, το φαγητό και το ποτό θα ανανεώνεται, όμοια σαν να έπρεπε σήμερα για τελευταία φορά να παρηγορήσει όποιον ευχαρι­στιέται με τα καλά έργα. Ας πλησιάσουμε στην αγάπη για να λάβουμε τα μεγαλοπρεπή χαρίσματα.

Έτσι όπως ανάμεσα σε ατελείωτους πόνους έτρεξε μια μέρα το αίμα που λύτρωσε τον κόσμο, να χυθεί το αίμα μου με καρδιά χαρού­μενη για χάρη του Ήρωα Σωτήρα. Μέσα μας ζει, από τον θάνατό του, το σώμα που πρόσφερε για την σωτηρία μας...

Να ζει για πάντα η πίστη μας, γιατί πάνω μας σκύβει το περι­στέρι, ευμενής αγγελιοφόρος του Λυτρωτή. Φάτε από το ψωμί της ζωής και πιείτε από το κρασί που για μας ανάβλυσε…»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11

ΤΟ ΑΓΙΟ ΛΕΙΨΑΝΟ

Όταν βυθίστηκαν στο μυστήριο οι τελευταίες νότες των λε­πτών ψαλμών και όταν όλοι οι μεγαλοπρεπείς ιππότες με τα θεϊκά πρό­σωπα κατέλαβαν τις θέσεις τους κοντά στα ιερά τραπέζια, ακο­λού­θησε μια επιβλητική σιωπή…

Εκπληκτικό όραμα γυμνής ομορφιάς ολόλευκων κρίνων, ελ­κυ­στικό και μοιραίο…

Εξωτικό μυστήριο…

Από κάπου στο βάθος, σαν να βγαίνει από τον μαύρο τάφο ακούγεται η φωνή του γέρο Τιτουρέλ…

Διατάζει τον γιο του επιτακτικά, να αποκαλύψει το Άγιο Γκριάλ για να το αντικρίσει για τελευταία φορά.

Ο Αμφόρτας αντιστέκεται και λέει:

-Όχι! Αφήστε το σκεπασμένο! Ω! Ώστε είναι δυνατόν κα­νείς να μην είναι ικανός να εκτιμήσει το μαρτύριο που υποφέρω αντι­κρίζο­ντας αυτό που εσάς σας θέλγει;…

Τι νόημα έχει η πληγή μου, τι νόημα έχουν οι δυνατοί μου πό­νοι, μπροστά στην αγωνία, το κολασμένο βασανιστήριο να εί­μαι κα­ταδικασμένος σε αυτή την φρικτή αποστολή;…

Σκληρή κληρονομιά, που μου ανατέθηκε, μοναδικός εγκλη­μα­τίας μεταξύ όλων… φύλακας του αγίου λειψάνου…

Αναγκασμένος να εκλιπαρώ την ευλογία για τις αγνές ψυ­χές…

Ω τιμωρία, τιμωρία χωρίς προηγούμενο που μου έστειλε ο Πα­ντοδύναμος τον οποίο προσέβαλα τρομερά!…

Γι’ αυτόν, για τον Κύριο, για τις ευλογίες και τις χάρες του αναστενάζω με παράφορο πάθος…

Μόνο με την μετάνοια, μόνο με την πιο βαθιά συντριβή της ψυ­χής, ίσως φτάσω μέχρι Αυτόν…

Η ώρα πλησιάζει, μια ακτίνα φωτός πλησιάζει για να φω­τίσει το Άγιο Θαύμα, το πέπλο πέφτει…

Με δυνατή μεγαλοπρέπεια λάμπει το Θεϊκό περιεχόμενο του καθαγιασμένου ποτηριού…

Παλλόμενος στον πόνο της ανώτατης ευχαρίστησης, αι­σθάνο­μαι να εισβάλλει στην καρδιά μου η πηγή του ουράνιου αί­μα­τος…

Και ο κοχλασμός του ίδιου μου του αμαρτωλού αίματος θα πρέπει να τρέξει σαν τρελός χείμαρρος και να χυθεί, με φοβερό τρόμο, στον κόσμο του πάθους και της ενοχής…

Γκρεμίζει ξανά τη φυλακή του και αναβλύζει άφθονο από αυτή την πληγή, την όμοια με την Δική του, ανοιγμένη από την ίδια λόγχη που εκεί πλήγωσε τον Λυτρωτή, αυτή την πληγή για την οποία έκλαψε με δάκρυα από αίμα, για το αίσχος της αν­θρωπότητας στον πόθο της Θεϊκής του ευσπλαχνίας…

Και τώρα από αυτή μου την πληγή, στο πιο άγιο σημείο, όντας επιτηρητής εγώ των Θεϊκών Αγαθών, φύλακας του βάλ­σαμου της λύ­τρωσης, ξεπετιέται το βραστό αίμα της αμαρτίας, ανανε­ωμένο πάντα στην πηγή των πόθων μου, που καμιά εξιλέ­ωση δεν μπορεί, αχ!, να σβήσει πια…

Οίκτο! Συμπόνια! Εσύ, ο Πανεύσπλαχνος, λυπήσου με! Ελευ­θέρωσέ με από αυτή την κληρονομιά, κλείσε μου αυτή την πληγή και κάνε με να μπορέσω γιατρεμένος, εξαγνισμένος και εξαγια­σμένος να πεθάνω για σένα…

Δεν ξέρω ποιος είμαι πραγματικά μέσα σε αυτή την αιμα­τηρή φλόγα της αγωνίας, του πόνου, της απόλαυσης και του πό­νου που γεννιέται το Μυστήριο μιας μαγείας που καταστρέφει την ζωή μου και την τρέφει, φυλακίζοντας όμως κάτι τρομερά Θεϊκό…

Δεν ξέρω ποιος είμαι μέσα σε αυτό το μοιραίο δίχτυ της ίδιας μου της ύπαρξης που θαυμάζει με μυστικιστική έκπληξη, ψάρια του αφρού σε ιλίγγους του τρόμου και μια πηγή των αιώ­νων που σηκώνω για να χορτάσω χωρίς αποτέλεσμα αυτήν την ακόρεστη δίψα μου με βασανίζει…

Σ΄ αυτόν τον μάταιο κόσμο των σκοταδιών με τις ατελείω­τες πίκρες, αναρωτιέμαι με φωνή άγνωστη που μοιάζει ξένη και βα­ριά…

Και μένει η φτωχή μου λογική λιπόθυμη, άθλια σκιά της αμαρ­τίας!…

Ο Αμφόρτας πέφτει λιπόθυμος μετά από αυτά τα λόγια και ξεσκεπάζεται το Άγιο Γκριάλ…

Διηγούνται παλιές παραδόσεις που χάνονται στην νύχτα των αμέτρητων αιώνων, ότι όταν εκείνος ο έξοχος άνδρας, έβγαλε το ιερό δισκοπότηρο (σύμβολο του θηλυκού Γιόνι), ένα μαγικό λυκό­φως, (η σεξουαλική ομίχλη του Εβραϊκού Ιερού), σκορπίστηκε θαυμάσια σε όλο τον θαυμάσιο χώρο του Ιερού.

Αυτό μας θυμίζει το Σαάχα Μαϊτούνα κατά την ανώτατη στιγμή…Τα μυστήρια του Λίνγκαμ-Γιόνι είναι τρομερά Θεϊκά…

Από ψηλά, από τον ουρανό, από την Ουρανία, κατεβαίνει μια αγνότατη ακτίνα φωτός που πέφτοντας πάνω στο δισκοπότηρο το κάνει να λάμπει με μια πορφυρή λάμψη ατελείωτη, ανεξάντλητη…

Ο Αμφόρτας ξέρει να χρησιμοποιεί τον φαλλικό σταυρό και με το πρόσωπο μεταμορφωμένο σηκώνει το Γκριάλ ψηλά και ευ­λογεί το ψωμί και το κρασί της μεταστοιχείωσης.

Οι χορωδίες αντηχούν ηδονικά αγαπώντας και λατρεύοντας.

Ο Αμφόρτας τοποθετεί ξανά στην κιβωτό το ιερό κάρβουνο που σιγά-σιγά σβήνει κατά το μέτρο που διασκορπίζεται ξανά το πυκνό σεξουαλικό λυκόφως…

«Το ψωμί και το κρασί τεμαχίζεται στα τραπέζια, στα οποία κάθονται όλοι, εκτός από τον Πάρσιφαλ που παραμένει όρθιος και σε έκσταση, απ΄ την οποία βγαίνει στο τέλος από τους θρή­νους του Αμ­φόρτα, λόγω των οποίων ταράσσεται, ο νεαρός, από θανάσιμο σπασμό. Ο Γκουρνεμάνζ νομίζοντάς τον αποβλα­κω­μένο και ασυνείδητο απ΄ όλα αυτά, τον αρπάζει από το μπρά­τσο και τον πετά άγρια έξω από τον ιερό χώρο καθώς σβήνουν στο βάθος οι φωνές των νεαρών, των παιδιών και των ιπποτών που τραγουδούν τον καθαγιασμό στην Πίστη και στην θεϊκή αγάπη».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12

BAYREUTH

Πρέπει να ξέρουμε λοιπόν για το καλό της μεγάλης αιτίας, ότι ο Βάγκνερ απαγόρευσε την παρουσίαση του Πάρσιφαλ έξω από εκείνο το θαυμάσιο θέατρο του Bayreuth

Με πολλή σιγουριά είπαμε ότι έχοντας εκπληρωθεί η νομική προθεσμία, έγινε γνωστός ο Πάρσιφαλ σε όλα τα θέατρα της Ευρώ­πης…

Όταν πρόκειται για την αλήθεια θα πρέπει να είμαστε πολύ ειλι­κρινείς, είναι λυπηρό βεβαίως ότι η χήρα και ο γιος του Βά­γκνερ μαζί με μερικούς γερμανούς μουσικούς είχα την πρόθεση να τρο­ποποιήσουν τον νόμο για τα πνευματικά δικαιώματα, με τον φα­νερό σκοπό να περιορίσουν την παρουσίαση του Πάρσιφαλ απο­κλειστικά στο παλιό θέατρο του Bayreuth

Είναι προφανές ότι αυτοί οι ειλικρινείς λανθασμένοι δεν κα­τά­φεραν την γνωστή τους πρόθεση.

Είναι αναντίρρητο ότι ο πόνος για μερικούς είναι η χαρά για άλλους. Η αποτυχία αυτών των ανθρώπων με τις τόσο καλές προ­θέσεις, είχε τρομερό παγκόσμιο αντίκτυπο μεταξύ των λαών της Ευρώπης που έτσι δεν αποκλείστηκαν από το να γνωρίσουν το με­γάλο έργο.

Τα μεγάλα έργα δεν μπορούν να περιοριστούν στον χώρο ούτε στον χρόνο… Καταλήγει ανόητο να θέλεις να κρύψεις τον ήλιο με ένα δάκτυλο…

Διηγούνται διάφοροι άνθρωποι, ότι αυτό το ευτυχές έργο πα­ρουσιάσθηκε πριν το 1914 στο Μητροπολιτικό Θέατρο της Νέας Υόρκης υπερπηδώντας για να το καταφέρει, κάθε είδους νομικά εμπόδια. Καταλήγει συγκινητικό, σαφές και οριστικό, ότι η επιχεί­ρηση πλήρωσε το πρόστιμο με μεγάλη ευχαρίστηση, επειδή είναι προφα­νές ότι της έμειναν άφθονα κέρδη.

Πλην όμως … Βοήθα με Θεέ! Μήπως δεν έγινε το ίδιο στο Μό­ντε Κάρλο; Όλος ο κόσμος ξέρει ότι ήθελαν να παρουσιάσουν το ιερό ποίημα, δυστυχώς λόγω των απειλών της χήρας και του γιου του Βάγκνερ, το έργο τραγουδήθηκε μόνο κατά την διάρκεια συ­μποσίου. Θα μεταφέρουμε τώρα με μεγάλη προσοχή ένα άρθρο εφημε­ρί­δας σίγουρα πολύ ενδιαφέρον:

«Το θέμα του Πάρσιφαλ ανάβλυσε στο νου του Βάγκνερ το 1854, αλλά δεν άρχισε να δουλεύει το ποίημα μέχρι την άνοιξη του 1857, σταματώντας το πολλές φορές, μέχρι που στο τέλος, το τε­λείωσε στις 23 Φεβρουαρίου του 1877.

Πολύ πριν ολοκληρωθεί το βιβλίο συνέθεσε μερικά μουσικά κομμάτια, τα πρώτα το 1857, αλλά στην πραγματικότητα, δεν άρ­χισε να δουλεύει σοβαρά την παρτιτούρα μέχρι το φθινόπωρο του 1877, δηλαδή τον ίδιο χρόνο που έγραψε την τελευταία φράση του ποιήματος».

Το έργο τελείωσε οριστικά στις 13 Ιανουαρίου του 1882. λίγο μετά άρχισαν οι προετοιμασίες για την πρεμιέρα και αφού προετοι­μάστηκε καλά, η πρεμιέρα του Πάρσιφαλ έγινε στις 26 Ιουλίου του 1882 στο θέατρο του Bayreuth.

Ο Πάρσιφαλ είχε τεράστια επιτυχία και έκανε να αναβλύ­σουν δάκρυα σε εκείνη την τόσο συνηθισμένη στην μάχη μεγαλο­φυΐα.

Ο Βάγκνερ συγκινημένος, αγκάλιασε με ενθουσιασμό την Ma­terna και τον Scaria, που παρουσίασαν τους ρόλους της Κού­ντρι και του Γκουρνεμάνζ αντίστοιχα, καθώς και τον μεγάλο δά­σκαλο Hermann Levi, που διεύθυνε την ορχήστρα, τον οποίο γνω­ρίσαμε και υποδεχτήκαμε εδώ και 12 ή 14 χρόνια στην Μαδρίτη, σε εκείνα τα φημισμένα κοντσέρτα του Πρίγκιπα Αλφόνσου, στα οποία υπήρξαν τόσο έξοχοι γερμανοί μαέστροι.

Είναι δίκαιο να αφιερώσουμε, μιλώντας για αυτά, μια ανά­μνηση θαυμασμού και συμπάθειας στον μεγάλο μαέστρο Man­cielli, που ήταν αυτός που στην πραγματικότητα «έφερε τα νέα», δηλαδή, αυ­τός που μας γνώρισε σχεδόν όλον τον Βάγκνερ και ο πρώτος που οργάνωσε μεγάλα κοντσέρτα.

Εκείνο το διάστημα των ακροάσεων κάτω από την διεύθυνση του Mancielli αποτελεί μια εποχή αξιομνημόνευτη για την ιστορία της ανάπτυξης της λυρικής τέχνης στην Ισπανία. Ο Βάγκνερ επέ­ζησε μόνο σχεδόν έξι μήνες του μεγάλου θρι­άμ­βου του Πάρσιφαλ.

Λίγο μετά την πρεμιέρα, ο Δάσκαλος πήγε να περάσει τον χει­μώνα στην Βενετία, όπως συνήθιζε από το 1879 και εκεί, αιφνι­δια­στικά, πέθανε στις 13 Φεβρουαρίου του 1883, στο πλάι της συ­ζύ­γου του, Cosima Liszt (κόρης του φημισμένου μουσικού με το ίδιο επίθετο) και του φίλου του Joukowsky.

Δυο μέρες μετά, τα λείψανα του φημισμένου δημιουργού του λυρικού δράματος μεταφέρθηκαν στο Bayreuth όπου ξεκουράζο­νται στον κήπο του σπιτιού του WahnFried, κάτω από μια μαρμά­ρινη πλάκα χωρίς στόλισμα ούτε καμιά επιγραφή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13

Ο ΥΔΡΑΡΓΥΡΟΣ ΤΗΣ ΜΥΣΤΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

Σε αυτές τις στιγμές της μυστηριώδους ευτυχίας, δεν είναι πε­ριττό να θυμηθούμε εκείνο το θειο ποίημα του Οράτιου, του συγ­γραφέα των Επωδών και των Σατύρων, που εμφανίστηκαν με­ταξύ του 35 και του 30 πριν τον Ιησού Χριστό…

Mercurio

Mercuri, Facunte nepos Atlantis,

Qui Feros cultus hominum recentum

Voce Formasti catus et decorae

More palaestrae.

Te canam, magni Iovis et deorum

Nuntium curvaeque lyrae parentem,

allidum, quiquid placuit, iocoso

Contere Funto.

Te, boves olim nisi reddidisses

Per dolum amotas, querum minaci

Voce dum terret, vidduus phareta

Rissit Apollo.

Quien et atridas duce tesuperbos

Ilio dives Priamus relicto

Thessalosque ignes et iniqua Troiae

Castra fefelit.

Tu pias laetis animas reponis

Sedibus,virgaque levem coerces

Aurea turbam, superis deorum

Gratus et imis.

ΕΡΜΗΣ

Ερμή, εγγονέ του Άτλαντα, η ετυμολογία σου

του αρχέγονου ανθρώπου ήταν μαστορική:

η εκλεπτυσμένη σου ωμότητα στην ομιλία

και η λεπτή χρήση της παλαίστρας.

Αγγελιαφόρε του υψηλού Δία και των θεών,

δόξα σου ήταν η εφεύρεση της κυρτής λύρας,

και είναι η χάρη σου να φέρεσαι στα ευφυολογήματα,

όταν η τολμηρή σου μεγαλοφυΐα καπρίτσιο εμπνέει.

Παιδί ακόμα έκλεψες το κοπάδι του Φοίβου,

κι αυτός με οργισμένες φωνές σε επιτιμούσε.

Αλλά τον έπιασαν τα γέλια όταν είδε, εμβρόντητος,

ότι του είχες κλέψει μέχρι και την φαρέτρα.

Από το Ίλιο βγήκε με βασιλικά δώρα ο Πρίαμος,

όταν ο ελληνικός στρατός το περικύκλωσε:

ο Ατρείδης χωρίς ευσπλαχνία, Θεσσαλικές φωτιές,

έβαλε σε όλα ξεγελώντας με τις οδηγίες σου.

Τις ευσεβείς ψυχές, σκιές ελαφρές,

φέρει η χρυσή σου ράβδος στην αιώνια απόλαυση,

ευχάριστη θεότητα για τους θεούς όλους,

γοητεία του Ολύμπου και του Άδη!

Στο τόσο υψηλό αυτό τραγουδισμένο ποίημα της λυρικότη­τας του Οράτιου, συμφέρει τώρα να ξέρουμε τι είναι ο Ερμής…

Είναι αναντίρρητο και οποιοσδήποτε γνωστικός μπορεί να το καταλάβει, ότι σαν αστρολογικός πλανήτης, είναι προφανώς πολύ πιο μυστηριώδεις από την ίδια την Αφροδίτη και ταυτισμένος με τον Μαζδεϊκό Μίθρα. Ο Βούδας, η Μεγαλοφυΐα ή Θεός, ο εκπλη­κτικά εγκατεστημένος ανάμεσα στον Ήλιο και τη Σελήνη, υψηλός αιώνιος σύντροφος του ηλιακού δίσκου της Θεϊκής Σοφίας…

Ο Παυσανίας στο 5ο του βιβλίο, μας διδάσκει σοφά ότι έχει ένα βωμό από κοινού με τον βροντερό Δία, τον Πατέρα Θεών και Αν­θρώπων…

Λένε οι αρχαίες παραδόσεις ότι είχε λαμπρά φτερά από φω­τιά, σαν για να δείξουν ότι βοηθούσε τον ΧΡΙΣΤΟ-ΗΛΙΟ στο αιώ­νιό του ταξίδι. Δίκαια ονομαζόταν σε άλλους καιρούς Αγγελιαφό­ρος και Λύκος το Ήλιου: Σολάρις Λούμινις Πάρτισεπτς.

Σαν συνέπεια και συμπέρασμα μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι ήταν ο Αρχηγός και ο επικλητής των ψυχών, ο Αρχιμάγος και ο Ιε­ροφάντης.

Ο Βιργίλιος, ο διακεκριμένος ποιητής της Μάντοβας, τον πε­ρι­γράφει έξυπνα, να παίρνει το σφυρήλατό του ή κηρύκειο με τα δύο φίδια, για να καλέσει ξανά στην ζωή τις δυστυχισμένες ψυχές που ρίχτηκαν στον Όρχο (Λίμπο): «Tu Virgam capit, hac animas ille evocat Orco», με τον φανερό σκοπό να τις κάνει να εισέλθουν στη ουράνια φρουρά όπως μας διδάσκει στην Vendidad

Ο Ερμής είναι ο χρυσός εσωτερικός πλανήτης, ο ανέκφρα­στος, τον οποίο οι αυστηροί και υψηλοί Ιεροφάντες απαγόρευαν να ονο­μάζεται, και μελετώντας χιλιόχρονα σκονισμένα χειρόγραφα, θα μπορούσαμε να επιβεβαιώσουμε ότι στην Ελληνική Μυθολογία συ­ναντάται να συμβολίζεται από εκείνους τους σκύλους ή τα λαγω­νικά φύλακες των ουράνιων κοπαδιών, που ποτίζονται πάντα στους κρυστάλλινους νερόλακκους της απόκρυφης Σοφίας, γι΄ αυτό είναι επίσης γνωστός σαν Ερμής-Ανούβις όπως επίσης και σαν ο καλός εμπνευστής ή Αγαθοδαίμων.

Θυμηθείτε ότι ο αυτοκράτορας Ιουλιανός προσευχόταν κάθε βράδυ στο Απόκρυφο Ήλιο, με την μεσολάβηση του Ερμή…

Δίκαια λέει ο Βόσσιος: «Όλοι οι θεολόγοι βεβαιώνουν ότι ο Ερ­μής και ο Ήλιος είναι ένα…».

Για κάποιον λόγο χαρακτηρίζεται αυτός ο πλανήτης σαν ο πιο εύγλωττος και σοφός από τους Θεούς, πράγμα το οποίο δεν πρέπει να μας ξενίζει, επειδή, ο Ερμής βρίσκεται τόσο κοντά στην Σοφία και την λέξη (ή τον ΛΟΓΟ), που και με τα δυο συγχέεται.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14

Η ΘΑΥΜΑΣΙΑ ΣΒΑΣΤΙΚΑ

Η ιερή πισίνα, η μυητική λίμνη που αντιπροσωπεύει τα Θεϊκά Μυστήρια στις περιοχές του Αγίου Γκριάλ, είναι, πέρα από κάθε αμφιβολία, ο Ερμής της μυστικής φιλοσοφίας, αυτό το υγρό γυαλί, το εύκαμπτο, το ευέλικτο, που περιέχεται στους σεξουαλι­κούς μας αδένες.

Ο Φελίπε Θεόφρατος Μπομπάστο ντε Χόνχενχάϊμ (Αουρε­όλα Παράκελσο) λέει ότι μέσα στο Ενς Σέμινις βρίσκεται όλο το Ενς Βιρ­τούτις της φωτιάς.

Μετά από τον ακτινοβόλο Ήλιο και τις γλώσσες της φλογε­ρής φωτιάς του που σπινθηροβολούν μέσα στην ανέκφραστη ενορ­χή­στρωση των σφαιρών, είναι ο Ερμής της μυστικής φιλοσοφίας, το Ενς Σέμινις, το χαοτικό νερό της πρώτης στιγμής, το αιώνιο θη­λυκό στοιχείο, η Μεγάλη Μητέρα η τροφός Αγελάδα, η ίδια η βάση κάθε κοσμικής ζωής.

Το να μετατρέψουμε έξυπνα αυτά τα νερά της ελεύθερης ζωής στην κίνησή της, αυτόν τον Σόφικο Ερμή των σοφών, σημαί­νει έντονη εργασία στο Εργαστήριο-Προσευχητήριο του Τρίτου Λό­γου.

Γραμμένο είναι και με φλογερά γράμματα στο μεγάλο βιβλίο της ζωής, ότι στον σταυρό Χάινα ή Χίνα κρύβεται θαυμαστά το ανομολόγητο μυστικό του μεγάλου Αρκάνο, το θαυμάσιο κλειδί της σεξουαλικής μετατροπής.

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε ότι αυτός ο μαγικός σταυ­ρός είναι η ίδια η Σβάστικα των Μεγάλων Μυστηρίων…

Μέσα από την θαυμάσια έκσταση της ψυχής που επιθυμεί, μπο­ρούμε και μέχρι που πρέπει να έρθουμε σε μυστική επαφή με τον Ιανό, τον αυστηρό και υψηλό Ιεροφάντη των Χίνας που σε άλ­λους καιρούς δίδαξε στον κόσμο μας την επιστήμη των Χίνας.

Στο μυστικό Θιβέτ υπάρχουν δύο σχολές που μάχονται με­ταξύ τους: Αναφέρομαι σαφώς στα Ιδρύματα Μαχαγιάνα και Χινα­γιάνα.

Στενή η πόρτα και δύσκολος ο δρόμος που οδηγεί στο φως και πολύ λίγοι είναι αυτοί που την βρίσκουν…

Ο δρόμος Χιναγιάνα είναι πέρα από κάθε αμφιβολία Βουδι­κός και Χριστικός, αναφέρεται στα ιερά βιβλία, μνημονεύεται στα Τέσ­σερα Ευαγγέλια.

Οι αγνές ψυχές σε κατάσταση τέλειας μακαριότητας, μπο­ρούν να πειραματιστούν σε απ΄ ευθείας μορφή την εσώτατη σχέση που υπάρχει μεταξύ της Σβάστικας και του μονοπατιού Χιναγιάνα.

Είχε δίκιο αυτή η μεγάλη μάρτυρας του περασμένου αιώνα Η.Ρ.Β., που μας έλεγε ότι η Σβάστικα είναι το πιο ιερό σύμβολο και το πιο μυστικιστικό: Λάμπει, πραγματικά, πάνω από το κεφάλι του μεγάλου φιδιού του Βισνού. Το Σάστα Ανάντα με τα χίλια κε­φάλια που κατοικεί στην Πατάλα ή κατώτερη περιοχή.

Προχωρώντας με τον σταυρό στην πλαγιά προς το Βουνό των Νεκροκεφαλών, μπορούμε να επαληθεύσουμε ότι στους αρ­χαίους καιρούς, τα έθνη έβαλαν την Σβάστικα επικεφαλής όλων των ιερών τους συμβόλων. Η πλήρης διαύγεια του πνεύματος μας επιτρέπει να καταλάβουμε ότι η Σβάστικα είναι το σφυρί του Θώρ, το μαγικό όπλο που σφυρηλατήθηκε από τους Πυγμαίους ενάντια στους Γίγα­ντες ή Τιτάνιες προκοσμικές δυνάμεις, αντίθετες με οριστικό τρόπο στον νόμο της παγκόσμιας αρμονίας, το σφυρί που δημιουρ­γεί τις καταιγίδες που χρησιμοποιούν οι Ases ή Ουράνιοι Κύριοι.

Στον Μακρόκοσμο της άπειρης μεγαλοπρέπειας, τα λυγι­σμένα σε ορθή γωνία μπράτσα τους εκφράζουν με πληρότητα την πάντα ακούραστη γήινη περιστροφή και την ακούραστη ανανεω­τική κί­νηση του κοσμικού κήπου…

Στον Μικρόκοσμο η Σβάστικα αντιπροσωπεύει τον άνθρωπο να δείχνει με το δεξί τον ουρανό, ενώ το αριστερό σαν μοιραία σκιά της κόλασης κατευθύνεται προς τα κάτω σαν να δείχνει με άπειρο πόνο τον λυπηρό μας κόσμο.

Είναι επίσης η Σβάστικα ένα κοσμογονικό και ανθρωπογο­νικό αλχημιστικό σημάδι, που παρουσιάζεται κάτω από επτά δια­φορε­τικά κλειδιά.

Είναι τέλος σαν ζωντανό σύμβολο του υπερφυσικού ηλεκτρι­σμού, το Άλφα και το Ωμέγα της παγκόσμιας σεξουαλικής δύνα­μης, που κατεβαίνει από τα χρυσά σκαλιά του πνεύματος μέχρι τον υλικό κόσμο και γι΄ αυτό καταλήγει φανερό ότι εκείνος που θα φτάσει να εναγκαλιστεί με ολοκληρωτικό τρόπο όλο το μυστικό της νόημα, μένει ελεύθερος από κάθε ΜΑΥΑ (ψευδαίσθηση).

Η Σβάστικα είναι ο ηλεκτρικός μύλος των φυσικών, σε αυτήν κρύβονται τα μυστήρια του Λίνγκαμ-Γιόνι.

Η εξωτική και Ινδοστανική Σεξο-Γιόγκα με όλα της τα ανα­τολί­τικα αρώματα, ο μυστηριώδης ερωτισμός του Κάμα Κάλπα, το Σα­άχα Μαϊτούνα με τις σεξουαλικές του στάσεις φλογερές σαν την φωτιά, είναι φανερό ότι είναι σφραγισμένα με τον σταυρό της Σβά­στικας,

Ο κάθετος φαλλός του Άγιου Σταυρού είναι αρσενικός, αν­δρι­κός, δυνατός. Η οριζόντια γραμμή είναι θηλυκή, θαυμάσια. Στον σταυρό αυτών των δύο αιώνιων βλαστών βρίσκεται το κλειδί όλων των δυνάμεων.

Η Σβάστικα είναι ο σταυρός σε κίνηση, το σεξ σε πλήρη κί­νηση, σεξουαλική μετατροπή σε δράση.

Καλότυχος ο σοφός που αγαπώντας μια γυναίκα βυθίζεται ευ­τυχισμένος μέσα στα ιερά ερωτικά Μυστήρια της Mίννα. Τα τρο­μακτικά σκοτάδια ενός αληθινού έρωτα που είναι του θανάτου αδελφός, θα του επιτρέψουν να ανεβάσει και να μετατρέψει τον Ερμή της μυστικής φιλοσοφίας.

Η γοητευτική νύχτα του έρωτα συμβολίζει τόσο το χυδαίο Παρα-Σκότος της άγνοιας και της κακής μαγείας, όσο και το Υπερ-Σκότος της σιωπής και το μεγαλοπρεπές μυστήριο των σοφών (των Γιάκσα και Ράκσας του Μαχαμπαράτα).

Με Διαμαντένιες λέξεις είναι γραμμένο στο βιβλίο όλων των δημιουργιών: «Όποιος θέλει να ανέβει πρέπει πρώτα να κατέβει».

Η κατάκτηση της Υπέρ Ζωτικής Θάλασσας ή Υπέρ Κατω­φλιού και Υπέρ Γήινου κόσμου, θα ήταν απολύτως αδύνατη χωρίς την σοφή μετατροπή του Σόφικο Ερμή.

Οι κοπέλες της παντρειάς και οι σοφοί άνδρες του Amen-Smen, του Αιγυπτιακού Παραδείσου, υπέφεραν πολύ στον Άδη ζώ­ντας στις όχθες της λίμνης Στυγός, εσύ το ξέρεις.

Να μετατρέψεις το νερό σε κρασί έτσι όπως το δίδαξε ο μεγά­λος Καμπίρ Ιησούς στους Γάμους της Κανά: αυτό είναι πιο πικρό και από την χολή.

Το λευκό περιστέρι του Αγίου Πνεύματος χαραγμένο στα όπλα και κεντημένο στα πανωφόρια των ιπποτών του Γκριάλ, ο Ιε­ρός Κύκνος, το θαυμάσιο Χάμσα, το Πουλί Φοίνικας του παρα­δεί­σου, ο αθάνατος Ίβις, λάμπουν θαυμάσια πάνω στα βαθιά νερά της ζωής.

Μέσα από τα απύθμενα βάθη της Λίμνης Στυγός, στα τρο­μερά βάθη του Άδη, αναβλύζουν Θεοί και χάνονται μέσα στο από­λυτο αφηρημένο διάστημα.

Το φως βγαίνει από τα σκοτάδια και ο κόσμος βλασταίνει από το Χάος…

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15

Η ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ

Πρέπει λοιπόν να ξέρουμε ότι αυτός ο υπερευτυχής και θαυ­μά­σιος μύθος του Αγίου Γκριάλ είναι βεβαίως πολύ γνωστός στην Γαλλία.

Αν με επιμονή κληρικού στο κελί εξετάσουμε εξονυχιστικά με άπειρο πόθο όλα αυτά τα σκονισμένα χειρόγραφα του μεσαιωνι­κού ιπποτισμού, θα μπορέσουμε να φανερώσουμε τότε πολλές πα­ραδό­σεις σχετικές με το Άγιο Γκριάλ. Διάσημα καταλήγουν στ΄ αλήθεια αρχαιότατα έργα όπως η Βάρκα του Μέρλιν και η αναζή­τηση του Άγιου Γκριάλ.

Εκείνοι οι μακρυμάλληδες βάρδοι της βοημικής Γερμανίας που σε άλλους καιρούς χαροποιούσαν όλη την Ευρώπη, το έλεγαν πά­ντα GRAAL χρησιμοποιώντας το διπλό Α. Αυτά έκαναν αυτοί με τα πασίγνωστα τραγούδια τους!

Οι Βρεττόνοι που σίγουρα έχουν μεγάλη φήμη με τους Κέλτι­κους μύθους, ονόμαζαν πάντα Γκράαλ το ιερό κύπελλο.

Ολόφωτα καταλήγει πολύ εύκολο να καταλάβουμε ότι το ρι­ζικό ξέχασμα των εσωτεριστικών αρχών, θα μας έφερνε στο λαβυ­ριν­θώδες μπέρδεμα τόσων ασυνάρτητων ετυμολογιών που στην πραγματικότητα τίποτα δεν έχουν να κάνουν με το θαυμάσιο φιλ­ντισένιο κύπελλο των αρχαϊκών μυστηρίων.

Δεν είναι περιττό να θυμηθούμε εκείνη την στροφή του Αρχι­πρεσβύτερου της Χίτα, που περιγράφει κάποια συγκεκριμένη κου­ζίνα της εποχής του:

«Γαβάθες, τηγάνια, πιθάρια και χύτρες,

μεζούρες και βαρέλια, όλα σπιτικά πράγματα,

όλα πλυμένα στις πλύστρες τους,

σούβλες, σουβλάκια, κατσαρόλες και καπάκια».

Στο αναζωογονητικό Ποτήρι ή σεξουαλικό θηλυκό Υoni, πρέπει να πιούμε το μυητικό νέκταρ των Άγιων Θεών…

Το Άγιο Γκριάλ είναι το θαυμάσιο Δισκοπότηρο του ανώτα­του κόσμου, το μυητικό κύπελλο των και Σούκρα και των Μάντι…

Στο Άγιο Ποτήρι του γοητευτικού θηλυκού περιέχεται το εκλε­κτό κρασί της υπερφυσικής πνευματικότητας.

Η κατάκτηση της Ούλτρα Μάρε Βίτε ή του Σούπερ Λίμιναλ και Ούλτρα Τερέστρε Κόσμου, θα ήταν κάτι περισσότερο από αδύ­νατη αν διαπράτταμε το λάθος να υποτιμούμε την γυναίκα.

Ο θαυμάσιος Λόγος της Ισιδος αναβλύζει μέσα από το βαθύ στήθος όλων των ηλικιών περιμένοντας την στιγμή που θα πραγμα­τοποιηθεί.

Οι Ανέκφραστες λέξεις της Θεάς Νεΐθ είναι χαραγμένες με χρυσά γράμματα στους αστραφτερούς τοίχους του ναού της Σο­φίας:

«ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΗΤΑΝ, ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΘΑ ΕΙΝΑΙ, ΚΑΙ ΚΑΝΕΝΑΣ ΘΝΗΤΟΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΗΚΩΣΕΙ ΤΟ ΠΕΠΛΟ ΜΟΥ»

Η πρωτόγονη θρησκεία του Ιανού ή Χάινο, δηλαδή, η χρυσα­φέ­νια, ηλιακή, ρωμαϊκή και υπερανθρώπινη διδασκαλία των Χίνας, είναι απολύτως σεξουαλική… εσύ το ξέρεις.

Γραμμένο είναι με αναμμένα κάρβουνα στο βιβλίο της ζωής ότι κατά την διάρκεια της Χρυσής Εποχής του Πάτιου και της Λι­γού­ρια, ο Θεϊκός Βασιλιάς Ιανός ή Κρόνος, (ΙΑΟ, Βάκχος, Ιεχωβά) κυριαρχούσε σοφά πάνω σε εκείνους τους άγιους ανθρώπους, όλες Άριες φυλές, αν και πολύ διαφορετικών εποχών και καταγωγών.

Τότε, Ω Θεέ μου!… όπως σε παρόμοιες εποχές άλλων λαών της αρχαίας Αρκαδίας, μπορεί να ειπωθεί ότι συμβίωναν ευτυχι­σμένοι Χίνας και άνθρωποι.

Μέσα από το άφατο μυστικιστικό ειδύλλιο το κοινώς ονομα­ζό­μενο «οι Γοητείες της Αγίας Παρασκευής», αισθανόμαστε στο βά­θος της καρδιάς μας ότι στα σεξουαλικά μας όργανα υπάρχει μια τρομερά θεϊκή δύναμη που κατά τον ίδιο τρόπο μπορεί να ελευθε­ρώσει και να σκλαβώσει τον άνθρωπο.

Η σεξουαλική ενέργεια περιέχει στον ίδιο της τον εαυτό το ζω­ντανό πρωτότυπο του νόμιμου Ηλιακού Ανθρώπου, που μας με­ταμορφώνει ριζικά όταν αποκρυσταλλωθεί μέσα μας.

Πολλές ψυχές που υποφέρουν θα ήθελαν να εισέλθουν στο υπερβατικό Μονσαλβάτ, δυστυχώς όμως αυτό είναι κάτι περισσό­τερο από αδύνατον λόγω του Πέπλου της Ίσιδος, ή αδαμικού σε­ξουαλικού Πέπλου.

Μέσα στην άρρητη καλοτυχία των παραδείσων Χίνας υπάρ­χει βεβαίως μια θεϊκή ανθρωπότητα που είναι αόρατη στους θνη­τούς λόγω των αμαρτιών τους και των περιορισμών τους, που δη­μιουρ­γούνται από το κακώς χρησιμοποιούμενο σεξ.

Είναι φανερό ότι η λευκή αδελφότητα κατέχει μεγαλοπρεπείς θησαυρούς, όπως το τόσο ανεκτίμητο Άγιο Γκριάλ.

Ο Λόγος των Άγιων Θεών που αντηχεί στο βάθος της νύχτας των αιώνων, κάθε στιγμή έρχεται να μας θυμίσει την πρώτη αγάπη και την ανάγκη να μάθουμε να ανυψώνουμε και να μετατρέπουμε την σεξουαλική ενέργεια.

Βεβαίως είναι αδύνατον, όσο δεν υπερβαίνουμε το σεξ, όπως οι Μαχάτμας, να έρθουμε σε απ΄ ευθείας επαφή με την ιερή υπερ-αν­θρωπότητα, για την οποία μιλά πάντα, παρ΄ όλα αυτά, κάθε πα­γκό­σμιος μύθος…

Αυτοί οι Δάσκαλοι της συμπόνιας είναι οι πιστοί ακόλουθοι του Άγιου Γκριάλ, ή της Μυητικής Πέτρας, δηλαδή, της; Ανώτα­της θρησκείας-σύνδεσης, που ήταν η πρωτόγονη της ανθρωπότη­τας.

Ας μιλήσουμε σαφώς και χωρίς υπεκφυγές: με κανένα τρόπο δεν υπερβάλλουμε σε έννοιες αν δώσουμε έμφαση στην βασική ιδέα ότι το σεξ είναι το κέντρο βαρύτητας όλων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων.

Σαν συνέπεια και πόρισμα βεβαιώνουμε: Όταν ο άνδρας συ­να­ντήσει την σεξουαλική του σύντροφο η κοινωνία έχει αρχίσει.

Η Μηχανικότητα είναι διαφορετική: Εμείς οι γνωστικοί απορρί­πτουμε τον ασυνείδητο αυτοματισμό…

Η μηχανικότητα του σεξ καταλήγει σαφώς υποανθρώπινη, θέ­λουμε συνειδητή δράση…

Σαν κανόνα, οδηγό, καθοδήγηση, συμφέρει να ξέρουμε ότι το κοινό και συνηθισμένο είναι η ροή της σεξουαλικής ενέργειας από πάνω προς τα κάτω… από μέσα προς τα έξω.

Το να κάνουμε να επιστρέφει η δημιουργική ενέργεια του Τρί­του Λόγου προς τα μέσα και προς τα πάνω, σημαίνει εκ των πραγ­μάτων να μπούμε στον ευλογημένο δρόμο της Αναγέννησης αυτός ακριβώς είναι ο καλός Νόμος του Άγιου Γκριάλ.

Η λόγχη εκείνη, με την οποία ο Ρωμαίος εκατόνταρχος που λε­γόταν Λονγίμπους, πλήγωσε σκληρά το πλευρό του λατρευτού στο βουνό των Κρανίων, είναι φανερό ότι παίζει μεγάλο ρόλο επί­σης σε αναρίθμητες παραδόσεις του ασιατικού κόσμου, είτε με τον άνωθεν εκτεθειμένο γραπτό συμβολισμό, είτε σαν απόκρυφο όρ­γανο σωτηρίας και απελευθέρωσης.

Ο αξιοσέβαστος Αμφόρτας, μεγάλος κύριος, Βασιλιάς του Γκριάλ, διάδοχος του γέρο Τιτουρέλ, πληγωμένος παλαιότερα από το σεξ, τον Φαλλό ή την λόγχη, όταν έπεσε θύμα της σεξουαλικής αποπλάνησης, μπόρεσε να γιατρευτεί μόνο με την ίδια Ράβδο που τον πλήγωσε.

Σαν λογική συνέπεια μπορούμε να συμπεράνουμε ότι εκεί­νος ο καλός κύριος με τις τόσες πίκρες έπρεπε να δουλέψει έντονα στο Αναμμένο Καμίνι του Ηφαίστου…

Το να μετατρέπουμε είναι το καλύτερο και αυτό ποτέ δεν το αγνοούσαν οι Ρωμαίες Μαμές που αναπτύχθηκαν και ξεδιπλώθη­καν κάτω από την προστασία της Θεάς JUNO

Μέσα στον βαθύ λήθαργο της νύχτας των αιώνων κοιμάται εκείνη η μυθική πόλη των Σαβίνων που ιδρύθηκε σε καλή ώρα από τον Μέντιο Φίντιο και την Χιμέλλα, λένε αρχαίες Άριες παραδό­σεις ότι τότε αυτοί οι καλοί άνθρωποι γνώριζαν σε μεγάλο βάθος τα σε­ξουαλικά μυστήρια της λόγχης.

Τώρα με αυτές τις ασυνήθιστες βεβαιώσεις θα μπορέσουν οι πολυαγαπημένοι μας γνωστικοί αναγνώστες να καταλάβουν, τον λόγο για τον οποίο οι ήρωες βραβεύονταν με ένα μικρό ραβδί ή λόγχη από σίδερο.

Χασταπούρα ήταν το όνομα αυτού του ραβδιού: Αυτό μας θυμί­ζει την ιερή πόλη Χαστιναπούρα ζωντανό σύμβολο της Ουρά­νιας Ιερουσαλήμ.